Για τις οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή μίλησε στην εκπομπή του Νίκου Χατζηνικολάου στον Realfm 97,8 η καθηγήτρια Οικονομικών του Πανεπιστημίου Πειραιώς Κωνσταντίνα Κοτταρίδη.
Αφού αναφέρθηκε στις αυξήσεις των τιμών στα καύσιμα, που, όπως είπε, είναι μία επίπτωση που ήδη βιώνουν οι Έλληνες πολίτες, ιδίως αυτοί με χαμηλότερα εισοδήματα, τόνισε ότι υπάρχει μία γενική αναστάτωση τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ευρώπη και άνοδος των ενεργειακών τιμών. «Αυτό σημαίνει μία ανησυχία γενικότερη για το πόσο θα τραβήξει αυτό και πόσο θα ανέβει η τιμή του Μπρεντ, άρα τι επιπτώσεις μπορεί να έχουμε στον πληθωρισμό. Γιατί ο φόβος αυτή τη στιγμή είναι εκεί εστιασμένος, σε έναν πληθωρισμό που θα προέρχεται πάλι από την ενέργεια, σαν αυτόν που βιώσαμε με τον προηγούμενο πόλεμο -που εξακολουθεί να υφίσταται -Ρωσίας – Ουκρανίας. Είναι δύσκολο να λυθεί αυτό σε μία περίοδο που συζητούσαμε για τη μείωση των επιτοκίων προκειμένου να μπορέσουμε να μπουστάρουμε τις οικονομίες γιατί η ανάπτυξη είναι ισχνή, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά παγκοσμίως», σημείωσε η κ. Κοτταρίδη.
«Αν διαρκέσει ο πόλεμος, μπορεί να υπάρξει ενεργειακό σοκ»
Αυτό το σενάριο αυτή τη στιγμή απομακρύνεται, εκτίμησε. «Δεν μπορούμε να μιλάμε για μειώσεις επιτοκίων. Αυτό που μπορούμε να ευχόμαστε είναι να μην πάμε στην κατάσταση του ενεργειακού σοκ, που δεν υφίσταται ακόμα. Είμαστε ακόμα σε κατάσταση αναταραχής», υπογράμμισε.
Ερωτηθείσα εάν μπορεί να υπάρξει ενεργειακό σοκ εάν διαρκέσει ο πόλεμος για μερικές εβδομάδες ακόμη, απάντησε: «Ναι, γιατί όλα σχετίζονται με τη διέλευση της ενέργειας από τα στενά του Ορμούζ, οπότε ο πόλεμος αυτός καθεαυτός δεν επηρεάζει σαν στρατιωτική επιχείρηση την οικονομία, αλλά επηρεάζει τη διέλευση της ενέργειες αυτή τη στιγμή. Αν τα στενά παραμείνουν κλειστά, αυτό σημαίνει ενεργειακή ασφυξία.
Παρά το γεγονός ότι ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας απελευθερώνει ποσότητες προκειμένου να ενισχύσει την προσφορά για να συγκρατηθεί αυτή η κατάσταση, δεν θα είναι επαρκή αυτά τα βαρέλια για μεγάλο χρονικό διάστημα. Άρα αυτό που μπορούμε να ευχόμαστε, είναι να μπορέσει να αποσοβηθεί με κάποιον τρόπο αυτή η κατάσταση, να ανοίξει η διέλευση στα στενά, τουλάχιστον να αποκατασταθεί μερικώς, προκειμένου να μην έχουμε τα χειρότερα».
Βεβαίως, συνέχισε, «υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι θαλάσσιοι, αλλά αυτό δεν είναι εύκολο να γίνει από τη μία στιγμή στην άλλη, και επειδή είναι και μεγαλύτερες οι αποστάσεις, έχουν και μεγαλύτερο μεταφορικό κόστος, άρα πάλι δεν είναι η καλύτερη εναλλακτική που μπορούμε να συζητάμε».
«Υπάρχει στάση αναμονής από Ελλάδα και Ευρώπη»
Στην ερώτηση εάν η κυβέρνηση πρέπει να σκέφτεται τη στήριξη των χαμηλότερων εισοδημάτων και με άλλα μέτρα, καθώς φαίνεται ότι οι αυξήσεις μετακυλίονται από την ενέργεια και τα καύσιμα σε είδη πρώτης ανάγκης, είπε: «Ασφαλώς και μετακυλίονται και αν συνεχίσει αυτό, θα το δούμε πολύ πιο έντονα στο ράφι και θεωρώ ότι πρέπει να το σκέφτεται η κυβέρνηση και ενδεχομένως το σκέφτεται ήδη, δηλαδή την περίπτωση να ληφθούν τέτοια έκτακτα μέτρα. Για παράδειγμα, ενίσχυση για το ρεύμα γιατί θα το δούμε και αυτό αν συνεχιστεί η κατάσταση, απλώς αυτή τη στιγμή δεν είναι δόκιμο να ανακοινωθεί κάτι, διότι δεν είναι δόκιμο να εκτιμήσουμε την έκταση της κρίσης. Οπότε μέχρι να δούμε πόσο βάθος μπορεί να έχει όλο αυτό, δεν είναι δόκιμο να πάρουμε κάποια συγκεκριμένα μέτρα, διότι στο τέλος μπορεί να μην είναι επαρκή ή μπορεί να μην έχουμε αποθέματα χρηματικά για να μπορέσουμε να στηρίξουμε, όταν και αν παρουσιαστεί η πραγματική ανάγκη. Άρα, διεθνώς αυτή τη στιγμή υπάρχει μία στάση αναμονής και από την Ευρώπη και από την Ελλάδα».
Τι είπε για την άρνηση της κυβέρνησης σχετικά με τη μείωση ΦΠΑ και ΕΦΚ
Κληθείσα να σχολιάσει εάν έχει δίκιο η κυβέρνηση που αρνείται τη μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα ή του ΦΠΑ, υποστήριξε: «Αυτές οι μειώσεις είναι καλό να γίνονται σε περιόδους καλές οικονομικά, άρα να μην έχουμε προβλήματα κρίσεως και δυσπραγίας. Είναι οριζόντιο μέτρο που σημαίνει ότι αφορά όλα τα κοινωνικά στρώματα και όλα τα εισοδήματα. Αυτή τη στιγμή επιβαρύνονται περισσότερο τα χαμηλότερα εισοδήματα. Άρα μία τέτοια μείωση, όποια περάσει – γιατί εγώ έχω μεγάλες αμφιβολίες αν θα περάσει στον καταναλωτή το μέγεθος της μείωσης – θα ευνοήσει περισσότερο τα υψηλότερα εισοδήματα, που χρειάζονται και περισσότερα καύσιμα, λόγω των μεγαλύτερων αυτοκινήτων και όχι τόσο τα χαμηλότερα εισοδήματα».
«Είναι προτιμότερο αν συγκρίνει κανείς τα έσοδα, να κρατήσει αυτά τα έσοδα η κυβέρνηση έτσι ώστε να μπορέσει να στηρίξει τα χαμηλότερα εισοδήματα. Δεύτερον, αυτά τα μέτρα για να μπορέσουν να ισχύσουν πρέπει να έχει διασφαλίσει η κυβέρνηση ότι λειτουργεί ο ανταγωνισμός στην όποια αγορά πάει να τα εφαρμόσει, διότι διαφορετικά δεν θα περάσουν στον τελικό καταναλωτή, θα είναι μία προσωρινή ανακούφιση και μετά θα γυρίσουμε πάλι στα ίδια και εν τω μεταξύ θα έχουμε χάσει έσοδα από τα ταμεία», κατέληξε η κ. Κοτταρίδη.
