
Η πορεία του οργανωμένου λιανεμπορίου στην Ελλάδα την τελευταία εικοσαετία χαρακτηρίζεται από μια αδιάκοπη και έντονη αύξηση των τιμών, η οποία παραμένει ο πρωταρχικός παράγοντας που διαμορφώνει τον κλάδο. Από το 2006 έως και σήμερα, η μέση τιμή των βασικών αγαθών που βρίσκονται στα ράφια των σούπερ μάρκετ έχει παρουσιάσει αύξηση της τάξης του 30%. Αυτό το στατιστικό στοιχείο, αν και εντυπωσιακό από μόνο του, αποκτά ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα όταν εξετάζεται παράλληλα με την εξέλιξη των όγκων πωλήσεων. Αντί, δηλαδή, οι καταναλωτές να αγοράζουν περισσότερα προϊόντα λόγω πιθανής μείωσης τιμών ή αύξησης της αγοραστικής τους δύναμης, παρατηρείται μια αντίστροφη εικόνα. Η διαπίστωση αυτή είναι καθοριστική για την κατανόηση της τρέχουσας οικονομικής πραγματικότητας. Οι όγκοι πωλήσεων, αντί να ακολουθούν την ανοδική πορεία των τιμών, παραμένουν σταθεροί ή ακόμα και παρουσιάζουν τάσεις συρρίκνωσης σε ορισμένες κατηγορίες προϊόντων.
Αυτό υποδηλώνει ότι οι καταναλωτές, αντιμέτωποι με την αυξανόμενη ακρίβεια, αναγκάζονται να περιορίσουν τις αγορές τους. Είτε μειώνουν την ποσότητα των προϊόντων που αγοράζουν, είτε κάνουν πιο προσεκτικές επιλογές, αναζητώντας φθηνότερες εναλλακτικές λύσεις, είτε, στην χειρότερη περίπτωση, κόβουν εντελώς ορισμένες αγορές που κρίνονται ως μη απαραίτητες. Η αγοραστική δύναμη, παρά την αύξηση των τιμών, δεν έχει αυξηθεί ανάλογα, με αποτέλεσμα τα νοικοκυριά να δυσκολεύονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες. Η αδιάκοπη αυτή πίεση στις τιμές των βασικών αγαθών διαμορφώνει ένα σύνθετο περιβάλλον για τον κλάδο του οργανωμένου λιανεμπορίου. Οι επιχειρήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη να διατηρήσουν την κερδοφορία τους, παρουσία αυξημένου λειτουργικού κόστους, και στην πίεση να κρατήσουν τις τιμές σε όσο το δυνατόν πιο προσιτά επίπεδα για τους καταναλωτές.
Η έλλειψη αύξησης στους όγκους πωλήσεων, παρά την αύξηση των εσόδων που οφείλεται στην αύξηση των τιμών, σημαίνει ότι η πραγματική ανάπτυξη του κλάδου είναι μηδενική ή αρνητική. Αυτό δημιουργεί σοβαρές προκλήσεις για τη μελλοντική βιωσιμότητα και ανάπτυξη του τομέα. Συνολικά, η εικόνα που παρουσιάζεται είναι αυτή ενός κλάδου που έχει πληγεί σημαντικά από την ακρίβεια. Η αύξηση των τιμών κατά 30% σε βάθος 20 ετών, σε συνδυασμό με τη στασιμότητα των όγκων πωλήσεων, αναδεικνύει τη δυσκολία των καταναλωτών να ανταπεξέλθουν στις αυξανόμενες τιμές. Η αυξανόμενη αυτή οικονομική ασφυξία για τα νοικοκυριά θέτει επιτακτικά το ερώτημα για τις αναγκαίες πολιτικές και τις στρατηγικές που πρέπει να υιοθετηθούν, τόσο από την πλευρά της πολιτείας όσο και από τις ίδιες τις επιχειρήσεις, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η κατάσταση και να προστατευθεί η αγοραστική ικανότητα των πολιτών.
