
Από την εισαγωγή της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) το ακαδημαϊκό έτος 2021-2022, τα Πανεπιστημιακά Τμήματα με χαμηλή ζήτηση βρέθηκαν αντιμέτωπα με σημαντική μείωση των εισακτέων φοιτητών. Η ζήτηση για ένα τμήμα διαμορφώνεται συνήθως από δύο θεμελιώδεις παράγοντες: την ελκυστικότητα του αντικειμένου σπουδών για τους νέους και την αντίληψη που διαμορφώνεται σχετικά με τις προοπτικές επαγγελματικής αποκατάστασης μετά την ολοκλήρωση των σπουδών. Όταν αυτοί οι παράγοντες δεν συντρέχουν, τα τμήματα αναγκαστικά προσελκύουν λιγότερους υποψηφίους, γεγονός που επηρεάζει ευθέως τη βιωσιμότητα και τη δυναμική τους. Η πίεση αυτή ωθεί τα εκπαιδευτικά ιδρύματα να αναζητήσουν καινοτόμες λύσεις για να διατηρήσουν τη συνολική τους ελκυστικότητα και να εξασφαλίσουν έναν επαρκή αριθμό φοιτητών. Η πρόκληση είναι διπλή: να παραμείνει το ακαδημαϊκό επίπεδο υψηλό και, ταυτόχρονα, να καλυφθούν οι ανάγκες της αγοράς εργασίας.
Μια παρατηρούμενη στρατηγική που εφαρμόζεται πλέον συχνότερα, αφορά την ένταξη τμημάτων με χαμηλή αυτοτελή ζήτηση σε ευρύτερα επιστημονικά πεδία. Αυτός ο ενταξιακός μηχανισμός αποσκοπεί στο να αξιοποιηθεί η ισχυρότερη ζήτηση άλλων, πιο δημοφιλών τμημάτων εντός του ίδιου ευρύτερου πεδίου. Με αυτόν τον τρόπο, οι υποψήφιοι που έχουν ως αρχικό στόχο ένα “ισχυρό” τμήμα, ενδέχεται να διεκδικήσουν θέση και σε ένα λιγότερο δημοφιλές, εφόσον οι βάσεις εισαγωγής είναι συγκρίσιμες ή το ευρύτερο πεδίο προσφέρει μια εναλλακτική επιλογή. Αυτή η τακτική, αν και φαίνεται να προσφέρει μια άμεση λύση για την κάλυψη των κενών θέσεων, εγείρει προβληματισμούς αναφορικά με την ουσιαστική αξιολόγηση των προσφερόμενων γνώσεων και δεξιοτήτων κάθε τμήματος ξεχωριστά. Η αθρόα εισαγωγή φοιτητών σε τμήματα που δεν αποτελούν την πρώτη επιλογή τους μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένη απορρέουσα, μειωμένη ακαδημαϊκή δέσμευση και, εν τέλει, σε απόφοιτους που δεν έχουν πλήρως εναρμονιστεί με τις απαιτήσεις του κλάδου τους.
Οι παράγοντες που καθορίζουν τη χαμηλή ζήτηση ενός τμήματος είναι συνήθως πολυεπίπεδοι. Πέρα από την αντίληψη για τις επαγγελματικές προοπτικές, παίζει ρόλο η ίδια η φύση του γνωστικού αντικειμένου, ο τρόπος διδασκαλίας, η ύπαρξη σύγχρονων υποδομών και η ποιότητα του ακαδημαϊκού προσωπικού. Η ελάχιστη βάση εισαγωγής, ενώ είχε ως στόχο τον περιορισμό της εισόδου φοιτητών με πολύ χαμηλές επιδόσεις, παραδόξως έδωσε τη χαριστική βολή σε τμήματα που ήδη στέρφαγαν από έλλειψη ενδιαφέροντος. Η προσπάθεια «ενίσχυσης» αυτών των τμημάτων μέσω της ένταξής τους σε ευρύτερα πεδία, μοιάζει περισσότερο με μία προσπάθεια «κάλυψης» κενών, παρά με μια ουσιαστική αναβάθμιση της ελκυστικότητας και του προφίλ των σπουδών. Αυτή η προσέγγιση δύναται να αλλοιώσει την αρχική οριοθέτηση των επιστημονικών πεδίων και να δημιουργήσει μια κατάσταση όπου ακαδημαϊκά αντικείμενα με διαφορετική βαρύτητα και εμβέλεια θα αναγκάζονται να συνυπάρχουν κάτω από την ίδια «ομπρέλα», δημιουργώντας σύγχυση στους υποψήφιους και πιθανώς μειώνοντας την αναγνωρισιμότητα των σπουδών.
Είναι επιτακτική ανάγκη να γίνει μια επανεξέταση του τρόπου με τον οποίο αξιολογούνται και σχεδιάζονται τα προγράμματα σπουδών, εστιάζοντας σε βιώσιμες λύσεις που προάγουν την ακαδημαϊκή αριστεία και τη σύνδεση με την αγορά εργασίας. Η απλή «παράθεση» τμημάτων σε ευρύτερα επιστημονικά πεδία, χωρίς παράλληλες ενέργειες ενίσχυσης και ανανέωσης του περιεχομένου των σπουδών, δεν θα επιλύσει τα μακροπρόθεσμα προβλήματα. Αντιθέτως, ενδέχεται να δημιουργήσει ένα «μωσαϊκό» από διαφορετικές ακαδημαϊκές προσεγγίσεις, όπου η πραγματική αξία και η εξειδίκευση δύσκολα θα διακρίνονται. Τα πανεπιστήμια καλούνται να αναλάβουν την ευθύνη να αναδείξουν την αξία κάθε επιστημονικού πεδίου, να ενισχύσουν τις συνέργειες μεταξύ των τμημάτων και να προσαρμόσουν τα προγράμματά τους στις σύγχρονες ανάγκες, αντί να καταφεύγουν σε «τεχνάσματα» που θολώνουν τα νερά και υποβαθμίζουν την ποιότητα της ανώτατης εκπαίδευσης.
