
Η έναρξη της δίκης για την εθνική τραγωδία των Τεμπών απέχει κατά πολύ από την εικόνα μιας αδιάφθορτης και απολύτως διαφανούς δικαστικής διαδικασίας, τουλάχιστον σύμφωνα με τις καταγγελίες που εκφράζονται έντονα από πλευράς συγγενών θυμάτων. Ο Νίκος Πλακιάς, εκπροσωπώντας αυτή την οργή και την απογοήτευση, σχολίασε την πορεία της υπόθεσης με αιχμηρό τρόπο, υπαινισσόμενος πως η δικαιοσύνη δεν είναι απρόσκοπτη. Η ανατομία των όσων ακούγονται σκιαγραφεί ένα δυσοίωνο σκηνικό, όπου οι προθέσεις πίσω από συγκεκριμένες ενέργειες διερευνώνται με καχυποψία, ενώ ο δρόμος προς την αλήθεια μοιάζει να είναι γεμάτος εμπόδια και σκιές. Η αναφορά σε δαπάνη 1,5 εκατομμυρίου ευρώ, την οποία χαρακτηρίζει ως «μπαζώματα», υποδηλώνει πως η χρηματοδότηση αυτή έχει «τοξική» προέλευση και σκοπούς που είναι αντίθετοι με την απονομή δικαιοσύνης.
Η καταγγελία περί δαπάνης 1,5 εκατομμυρίου ευρώ, που ειπώθηκε δημόσια, προσθέτει μια επιπλέον διάσταση στην ήδη βεβαρυμένη ατμόσφαιρα. Όπως αναφέρεται, το ποσό αυτό δεν δαπανήθηκε για να φωτιστεί πλήρως η αλήθεια ή να στηριχθούν οι οικογένειες των θυμάτων, αλλά για σκοπούς που, κατά την αντίληψη των επικριτών, στοχεύουν στην απόκρυψη και στην αποδυνάμωση του αιτήματος για δικαιοσύνη. Αυτή η άποψη υπογραμμίζει την πεποίθηση ότι υπήρξαν δυνάμεις που επιδίωξαν να «μπαζώσουν» την υπόθεση, εμποδίζοντας την πλήρη αποκάλυψη των αιτιών της τραγωδίας και την απόδοση ευθυνών. Η οργή των συγγενών πηγάζει από την αντίληψη ότι η ουσία της υπόθεσης παραγκωνίζεται, ενώ λεπτομέρειες που αφορούν την «επιβάρυνση» της διαδικασίας είναι εκείνες που έρχονται στο προσκήνιο. Η αίσθηση της αδικίας και της απόρριψης που βιώνουν οι οικογένειες των θυμάτων είναι εμφανής στις δηλώσεις.
Η προσπάθεια να διασφαλιστεί ότι οι φωνές τους θα ακουστούν και ότι η αλήθεια θα λάμψει, αντιμετωπίζει – σύμφωνα με τις καταγγελίες – εμπόδια που δεν είναι μόνο νομικά, αλλά και ηθικά. Η χρήση της έκφρασης «πριν τρία…» στην αρχική αναφορά, αν και ατελής, υποδηλώνει μια χρονική τοποθέτηση της απουσίας δικαίωσης ή της απογοήτευσης, που ενδεχομένως να χρονολογείται από νωρίς στη διαδρομή της υπόθεσης. Αυτό σηματοδοτεί μια μακροχρόνια μάχη για την αναγνώριση της κολοσσιαίας απώλειας και την απόδοση των οφειλόμενων ευθυνών. Η έντονη κριτική που ασκείται δεν αφορά μόνο το ποσό των χρημάτων και τον σκοπό τους, αλλά και τη γενικότερη αντίληψη ότι οι αρχές και οι αρμόδιοι φορείς δεν έχουν ανταποκριθεί πλήρως στο βαρύ ηθικό καθήκον που τους αναλογεί.
Η εικόνα που προβάλλεται είναι αυτή μιας δικαστικής διερεύνησης που, αντί να είναι αρωγός στην προσπάθεια για δικαίωση, μοιάζει να είναι «πολωμένη» από συμφέροντα που θέλουν να δουν την υπόθεση να ξεχνιέται ή να «κουκουλώνονται» οι ευθύνες. Η αγανάκτηση των συγγενών είναι εύλογη, καθώς βλέπουν την πληγή τους να παραμένει ανοιχτή, ενώ οι διαδικασίες που δρομολογούνται δεν προσφέρουν την ελπίδα που δικαιούνται, αλλά αντίθετα, ενισχύουν την αίσθηση της εγκληματικής αμέλειας και της συγκάλυψης. Το ζήτημα των 1,5 εκατομμυρίων ευρώ καθίσταται συμβολικό, εκφράζοντας την αντίθεση μεταξύ των αξιών της Δικαιοσύνης και των πρακτικών που, όπως καταγγέλλεται, επικρατούν.
