
Η αξιολόγηση των διαιτητών της Super League, πέρα από κάθε επίσημη ή ανεπίσημη βαθμολογία, έχει πλέον ένα και μοναδικό, αδιάβλητο καθρέφτη: αυτόν του αγωνιστικού χώρου. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται εν ώρα παιχνιδιού, οι κατά πολλούς ,,«στιγμές αλήθειας», είναι αυτές που καθορίζουν με απόλυτο τρόπο την αντίληψη, τόσο του φίλαθλου κοινού όσο και των εμπλεκομένων, για την ικανότητα και την «ποιότητα» του κάθε διαιτητή. Κάθε σφύριγμα, κάθε υπόδειξη για φάουλ, κάθε απονομή πέναλτι ή η εκ μέρους τους απόφαση για την αποβολή ποδοσφαιριστή, μοιάζει να «χαράζει» ένα προσωπικό «χαρακτηριστικό» στην πορεία και την εικόνα του. Τα «παρατσούκλια» που τους αποδίδονται, άλλοτε με χιουμοριστική διάθεση, άλλοτε με δόση κριτικής, αναδεικνύουν ακριβώς αυτή την άμεση σύνδεση της διαιτητικής πράξης με την αντίστοιχη «ονομασία» που τους ακολουθεί.
Από τους «εδράκηδες», που συχνά εμφανίζονται διστακτικοί σε κρίσιμες στιγμές, μέχρι τους «καρτάκηδες», που με μια πρώτη ματιά μοιάζουν να «επιστρατεύουν» εύκολα τις κάρτες, και βέβαια τους «πεναλτάκηδες», που η «ιδιότητά» τους φαίνεται να περιστρέφεται γύρω από την συχνή υπόδειξη του κέντρου του γηπέδου, η πραγματική τους «βαθμολογία» είναι αυτή που χτίζεται με κάθε έντιμη ή λιγότερο έντιμη απόφαση. Η πίεση που ασκείται στους διαιτητές, ειδικά σε παιχνίδια υψηλού ενδιαφέροντος και με «μεταφρασμένο» κόστος, είναι τεράστια. Οι προπονητές, οι ποδοσφαιριστές, οι παράγοντες των ομάδων, αλλά και εκατομμύρια φίλαθλοι, παρακολουθούν κάθε τους κίνηση με τη μικροσκοπική μεγεθυντική λυχνία της κριτικής. Μία λανθασμένη υπόδειξη, μία αμφισβητούμενη απόφαση, μπορεί να ανατρέψει τη ροή ενός αγώνα, να επηρεάσει το τελικό αποτέλεσμα και, φυσικά, να «θεμελιώσει» ή να «γκρεμίσει» την αξιοπιστία ενός διαιτητή στα μάτια του κόσμου.
Τα «παρατσούκλια», όσο «ελαφρά» κι αν ακούγονται, ουσιαστικά προκύπτουν από την επίδραση που έχουν αυτές οι αποφάσεις στην εξέλιξη του παιχνιδιού. Ένας διαιτητής που «δειλιάζει» να αποδώσει ένα πέναλτι που υπάρχει, είναι ένας «εδράκιας» που κινδυνεύει να χάσει την εμπιστοσύνη. Αντίστοιχα, κάποιος που καταλογίζει φάουλ σε κάθε επαφή, αποκτώντας την ετικέτα του «δυναμικού», κινδυνεύει να χαρακτηριστεί «καρτάκιας» από την υπερβολή του. Ο ρόλος του διαιτητή, στις μέρες μας, έχει γίνει πιο περίπλοκος και, αναμφισβήτητα, πιο εκτεθειμένος. Η «αόρατη» συνδρομή που παλαιότερα προσέφεραν, συχνά επισκιάζεται από τις έντονες αντιδράσεις και τα ,,«φωτογραφικά» στιγμιότυπα που καταγράφουν κάθε του λάθος. Η ερμηνεία του κανονισμού, η «ανάγνωση» του πνεύματος του παιχνιδιού, ακόμη και η διαχείριση της ψυχολογίας των παικτών, είναι δεξιότητες που «μετρούνται» με τον πιο άμεσο τρόπο: πόσο «δίκαιος» φάνηκε, πόσο «αποφασιστικός» ήταν, πόσο «επηρέασε» το αποτέλεσμα.
Ειδικά όταν ο όρος «πέναλτι» αποτελεί σημείο συχνής έντασης, οι διαιτητές που «δίνονται» σε αυτή την κατηγορία, είτε γιατί το «βρίσκουν» εύκολα, είτε γιατί είναι υπερβολικοί στις υποδείξεις τους, αποκτούν μια «ταυτότητα» στην πορεία τους. Η «αμφισβήτηση» που προκαλούν τέτοιες αποφάσεις, θολώνει την εικόνα της αντικειμενικότητας που πρέπει να διέπει κάθε διαιτητική κρίση, καθιστώντας το γήπεδο το μοναδικό «δικαστήριο» όπου η «ετυμηγορία» του κοινού είναι συχνά πιο αμείλικτη από κάθε επίσημη διαδικασία. Στην ουσία, οι «τίτλοι» αυτοί είναι η άμεση «αποτύπωση» της πορείας τους και της αντίληψης που έχει δημιουργηθεί γύρω από την παρουσία τους στα γήπεδα. Δεν αποτελούν απλώς ευφημισμούς, αλλά αντικατοπτρίζουν τον τρόπο με τον οποίο η δράση και οι αποφάσεις τους γίνονται αντικείμενο συζήτησης, ανάλυσης και, ενίοτε, έντονης κριτικής.
Η «σταθερότητα» στην απόδοση, η «συνέπεια» στις αποφάσεις, η «ψυχραιμία» κάτω από πίεση, είναι τα ουσιαστικά στοιχεία που πρέπει να χαρακτηρίζουν έναν διαιτητή, αλλά συχνά η «ταχύτητα» αντίδρασης ή η «ευκολία» στην «παράβαση» γίνονται τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά που «χρεώνονται». Όλοι οι ποδοσφαιρικοί «παίκτες» – προπονητές, παίκτες, παράγοντες, αλλά και οι φίλαθλοι – αξιολογούν και «βαθμολογούν» με βάση την αίσθηση του δικαίου που αποκομίζουν από τις σφυριξιές και τις υποδείξεις, καθιστώντας το γήπεδο, τελικά, τον υπέρτατο κριτή της συνολικής διαιτητικής τους επίδοσης και της «αξίας» που φέρουν στο άθλημα.
