
Τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μια αισθητή αύξηση στις υιοθεσίες τετράποδων φίλων, με ιδιαίτερη έμφαση να δίνεται στις ηλικιακές ομάδες των συνταξιούχων. Αυτή η τάση δεν είναι τυχαία. Σε μια εποχή όπου η οικονομική αβεβαιότητα πλανάται βαριά, οι εκδρομές και οι δραστηριότητες αναψυχής έχουν γίνει είδος πολυτελείας για πολλούς. Η συνεχής ακρίβεια έχει περιορίσει δραστικά τα διαθέσιμα εισοδήματα, αναγκάζοντας τους πολίτες να περιορίζουν τα μη απαραίτητα έξοδα, όπως τα χόμπι και οι κοινωνικές δραστηριότητες. Σε αυτό το πλαίσιο, η απόκτηση ενός κατοικιδίου προσφέρει μια δωρεάν, σε πολλές περιπτώσεις, μορφή συντροφιάς και ψυχολογικής υποστήριξης, γεμίζοντας τα κενά που αφήνει η έλλειψη άλλων μορφών κοινωνικής διάδρασης. Η υιοθεσία ενός κατοικίδιου, αν και αναμφισβήτητα προσφέρει ανακούφιση και χαρά, δεν μπορεί να καλύψει πλήρως την ανάγκη για ανθρώπινη επαφή και στήριξη, ιδιαίτερα για τους ηλικιωμένους που βιώνουν μοναξιά.
Εδώ έρχεται στο προσκήνιο ένα άλλο, εξίσου σημαντικό, κοινωνικό ζήτημα. Στη σύγχρονη εποχή, όπου η ιατρική πρόοδος έχει αυξήσει δραματικά το προσδόκιμο ζωής, πολλοί συνταξιούχοι βρίσκονται σε μια θέση που θα μπορούσαν, όχι μόνο να αναλάβουν ενεργό ρόλο στη ζωή τους, αλλά και να προσφέρουν την αγάπη και τη φροντίδα τους σε ένα παιδί. Η δυνατότητα αυτή, ωστόσο, φαντάζει όλο και πιο ανέφικτη κάτω από το βάρος των υφιστάμενων κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών και του ασφυκτικού πλαισίου του συστήματος. Η υιοθεσία ενός παιδιού, μία πράξη βαθιάς αλτρουισμού και κοινωνικής προσφοράς, απαιτεί σημαντικούς πόρους και υποστήριξη. Οι δαπάνες για τη φροντίδα, την εκπαίδευση και την υγεία ενός παιδιού είναι αυξημένες, και για πολλούς, ιδιαίτερα για τους συνταξιούχους που βασίζονται σε ένα σταθερό, αλλά συχνά περιορισμένο, εισόδημα, η ανάληψη ενός τέτοιου βάρους φαντάζει υπερβολικά δύσκολη.
Το υφιστάμενο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, μέσω του ΕΦΚΑ, εστιάζει κυρίως στην απονομή συντάξεων και στην κάλυψη των ασφαλιστικών αναγκών των πολιτών κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Δεν προβλέπει, ωστόσο, κίνητρα ή ουσιαστική στήριξη για την ανατροφή ή υιοθεσία ενός παιδιού από συνταξιούχους, μετατρέποντας μια δυνητικά πολύτιμη κοινωνική προσφορά σε μια οικονομικά αβίωτη επιλογή. Είναι λυπηρό στην πραγματικότητα, να βλέπουμε ότι οι αυξανόμενες ανάγκες για συντροφιά και αγάπη, σε συνδυασμό με την οικονομική πίεση, ωθούν πολλούς προς την υιοθεσία κατοικιδίων, ενώ η δυνατότητα να συμβάλουν ουσιαστικά στην ανατροφή και την κοινωνική ενσωμάτωση ενός παιδιού, μένει ανεκμετάλλευτη. Ένα σύγχρονο και ευαίσθητο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας θα έπρεπε να διερευνά τρόπους για την ενθάρρυνση τέτοιων πρωτοβουλιών, προσφέροντας κίνητρα, οικονομικές ενισχύσεις ή φορολογικές ελαφρύνσεις σε συνταξιούχους που επιθυμούν να υιοθετήσουν ένα παιδί.
Με αυτόν τον τρόπο, θα προσφερόταν διπλό όφελος: η αντιμετώπιση της μοναξιάς σε μια ευάλωτη κοινωνική ομάδα και η παροχή μιας αγκαλιάς και μιας ευκαιρίας σε ένα παιδί που την χρειάζεται, ενώ παράλληλα θα αποφορτιζόταν το σύστημα από μακροπρόθεσμα κοινωνικά προβλήματα που προκύπτουν από την αδράνεια και την απομόνωση. Η υφιστάμενη κατάσταση, όπου ο ΕΦΚΑ, ως βασικός πυλώνας κοινωνικής ασφάλισης, δεν διαθέτει σχετικές προβλέψεις, ουσιαστικά «υπερφορολογεί» την πιθανότητα να γίνουν οι συνταξιούχοι γονείς στην ώριμη ηλικία τους. Η απουσία ενός ολοκληρωμένου πλαισίου στήριξης, καθιστά τη διαδικασία υιοθεσίας για αυτούς τους πολίτες εξαιρετικά δυσχερή, αν όχι αδύνατη, αποτρέποντας παράλληλα την εκδήλωση ενός ισχυρού κοινωνικού έργου. Η επένδυση στην ελληνική οικογένεια, ανεξαρτήτως ηλικίας των μελών της, και η ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, πρέπει να αποτελούν προτεραιότητα.
Η διεύρυνση των δυνατοτήτων για δημιουργία οικογένειας, ακόμα και σε περιόδους οικονομικής δυσπραγίας, είναι επιβεβλημένη, και ο ρόλος του κράτους, μέσω των ασφαλιστικών και κοινωνικών φορέων, είναι κρίσιμος στην κατεύθυνση αυτή, παρέχοντας τα κατάλληλα εργαλεία και τις απαραίτητες εγγυήσεις.
