
Στον σημερινό επικοινωνιακό στίβο, η ελληνική γλώσσα φαίνεται να αντιμετωπίζει μια πρωτόγνωρη πρόκληση, όχι τόσο από τους φαινομενικά “αντιπαθείς” αλλά συχνά μάταιους υπερασπιστές της, όσο από την αθρόα εισβολή λέξεων και εκφράσεων που πάσχουν από σοβαρότητα, εκπέμπουν κακό γούστο, έως και βαναυσότητα. Αυτές οι εισαγωγές, ενίοτε, φανερώνουν μια θλιβερή αδιαφορία για τη διαβάθμιση, την ακρίβεια της έκφρασης και την ουσιαστική σημασία των λέξεων, δημιουργώντας την αίσθηση ότι πρόκειται για “περίεργα ελληνικά” που, δυστυχώς, τείνουν να καθιερώνονται ως αποδεκτή, καθημερινή μορφή της γλώσσας. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί ένα κλίμα σύγχυσης και υποβάθμισης του γλωσσικού μας πλούτου, θέτοντας ερωτήματα για την πορεία του. Είναι ανησυχητικό να παρατηρούμε την ανεξέλεγκτη ροή τέτοιων γλωσσικών ατασθαλιών. Η ευκολία με την οποία υιοθετούμε καρικατούρες λόγου, συχνά επηρεασμένοι από ξενόγλωσσα πρότυπα ή από μια γενικευμένη έλλειψη προσοχής, υποδηλώνει μια ανησυχητική τάση αποχαλίνωσης.
Για παράδειγμα, η συχνή χρήση της φράσης “ελληνικό FBI” προκαλεί απορία. Γιατί να μην αναζητήσουμε και να μην εδραιώσουμε ένα δικό μας, ελληνικό όρο που θα αποδίδει με ακρίβεια το αντίστοιχο νόημα, αντί να καταφεύγουμε σε δανεισμούς που, πέρα από την οξύμωρη φύση τους, στερούνται και της απαραίτητης ειρμικής συνέχειας; Η αδυναμία να βρούμε ή να κατασκευάσουμε κατάλληλες εκφράσεις στα ελληνικά φέρνει στην επιφάνεια μια βαθύτερη δυστοκία, μια στέρηση δημιουργικότητας, αλλά και μια δυνητική αδιαφορία για τη διατήρηση της ταυτότητας της γλώσσας μας. Αυτή η σταδιακή αλλοίωση της ελληνικής δεν είναι ένα ασήμαντο φαινόμενο. Αντιθέτως, αγγίζει την καρδιά του πολιτισμού μας και την ικανότητά μας να εκφραζόμαστε με ακρίβεια και σαφήνεια. Όταν οι λέξεις χάνουν τη σημασία τους ή αντικαθίστανται από ανούσιους ή άστοχους όρους, διακυβεύεται η δυνατότητα βαθύτερης κατανόησης και επικοινωνίας.
Η υπερβολική χρήση καθομιλουμένων, χωρίς την απαραίτητη επίγνωση της καταγωγής και της σωστής χρήσης, μπορεί να οδηγήσει σε μια επικοινωνιακή αποξένωση, όπου οι έννοιες διαστρεβλώνονται και η ουσία χάνεται μέσα σε ένα πέπλο ακατανόητου λεξιλογίου. Η γλωσσική πολυτέλεια και ακρίβεια δεν είναι πολυτέλεια, αλλά αναγκαίο εργαλείο διανόησης και πολιτισμικής έκφρασης. Είναι επιτακτική ανάγκη να αντιληφθούμε τη βαρύτητα αυτού του φαινομένου. Η γλώσσα δεν είναι μόνο ένα μέσο επικοινωνίας, αλλά και ένα απόθεμα μνήμης, ταυτότητας και συλλογικής συνείδησης. Η παραμέληση της ακριβούς και εύστοχης χρήσης της, η επιτρεπόμενη επικράτηση φράσεων που υποδηλώνουν αδιαφορία για την πνευματική προσπάθεια, δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα μιας ευρύτερης αδιαφορίας για τα πνευματικά μας αγαθά. Η υπεράσπιση της γλώσσας μας απαιτεί συνεχή επαγρύπνηση, όχι με την έννοια της άγονης επιβολής, αλλά με την αυξημένη επίγνωση της αξίας που έχει κάθε λέξη, κάθε έκφραση, για την ολότητα της γλωσσικής μας κληρονομιάς.
Είναι μία διαρκής προσπάθεια που απαιτεί την ενεργό συμμετοχή όλων μας, στην καθημερινή χρήση της ελληνικής, είτε την γράφουμε είτε την μιλάμε.
