
Ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης έθεσε επί τάπητος ένα κρίσιμο ζήτημα που αφορά άμεσα την ελληνική κοινωνία: τη διαχείριση του δημόσιου χρέους. Για τη δική μας γενιά, όπως τόνισε, ο όρος “δημόσιο χρέος” δεν υπήρξε ποτέ μια αφηρημένη έννοια ή ένας ακατανόητος οικονομικός δείκτης που αφορά μόνο τους ειδικούς. Αντιθέτως, η πραγματικότητα του χρέους έχει αποδειχθεί πολύ πιο απτή και συχνά οδυνηρή. Έχει βιώσει κανείς τις άμεσες, ορατές συνέπειές του, όπως το κλείσιμο επιχειρήσεων, την απώλεια θέσεων εργασίας και την οικονομική ανασφάλεια που πλήττει χιλιάδες οικογένειες. Αυτή η βιωμένη εμπειρία καθιστά την ανάγκη για υπεύθυνη διαχείριση του χρέους όχι απλώς μια ακαδημαϊκή συζήτηση, αλλά μια επιτακτική κοινωνική και πολιτική επιταγή. Η ρητή δέσμευση του Κυρανάκη ότι “δεν θα στείλουμε τον λογαριασμό στην επόμενη γενιά” αποτελεί μια δυνατή διακήρυξη πρόθεσης.
Υποδηλώνει την αναγνώριση της ηθικής και κοινωνικής ευθύνης που φέρουμε οι εν ζωή πολίτες απέναντι σε αυτούς που έρχονται. Η επιβάρυνση των νεότερων γενεών με τα δικά μας οικονομικά λάθη ή αδράνεια είναι ανεπίτρεπτη. Πρέπει να αναζητήσουμε λύσεις και πολιτικές που θα διασφαλίζουν τη βιωσιμότητα της οικονομίας και την ευημερία των μελλοντικών Ελλήνων, θέτοντας τις βάσεις για ένα σταθερό και αναπτυξιακό μέλλον, απαλλαγμένο από το δυσβάστακτο βάρος των συσσωρευμένων χρεών. Η δράση μας σήμερα καθορίζει την ποιότητα ζωής των παιδιών και των εγγονών μας αύριο. Η αντίληψη ότι το δημόσιο χρέος είναι κάτι μακρινό και άσχετο με την καθημερινότητα είναι επικίνδυνη. Η πραγματικότητα είναι ότι κάθε ευρώ που δαπανάται για την εξυπηρέτηση του χρέους είναι ένα ευρώ που δεν επενδύεται στην παιδεία, στην υγεία, στις υποδομές ή στην ενίσχυση της παραγωγικής δραστηριότητας.
Αυτές οι επενδύσεις είναι που δημιουργούν θέσεις εργασίας, ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και βελτιώνουν το βιοτικό επίπεδο. Όταν το χρέος αυξάνεται, οι δυνατότητες για ουσιαστική ανάπτυξη περιορίζονται, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο που δυσκολεύει την ανάκαμψη και ωθεί όλο και περισσότερους πολίτες στα όρια της οικονομικής αντοχής τους. Η στροφή προς βιώσιμες δημοσιονομικές πολιτικές είναι, επομένως, μονόδρομος. Η πολιτική δέσμευση για μη μετακύλιση του χρέους αποτελεί κομβικό σημείο για την ανασυγκρότηση της ελληνικής οικονομίας. Σημαίνει ότι η τωρινή γενιά πρέπει να αναλάβει την πλήρη ευθύνη για τις οικονομικές της επιλογές, αναζητώντας διαρθρωτικές λύσεις που θα οδηγήσουν σε πραγματική δημοσιονομική εξυγίανση και βιώσιμη ανάπτυξη. Αυτό απαιτεί τόλμη, διαφάνεια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, αντί για βραχυπρόθεσμα μέτρα που απλώς αναβάλλουν το πρόβλημα. Η δημιουργία ενός υγιούς οικονομικού περιβάλλοντος είναι προϋπόθεση για να μπορέσουν οι επόμενες γενιές να ζήσουν σε μια ευημερούσα και σταθερή χώρα, απαλλαγμένη από την αβεβαιότητα και την οικονομική ασφυξία που προκαλεί το αδιάχειριστο χρέος.
Οφείλουμε να τους παραδώσουμε ένα καλύτερο μέλλον.
