
Η ενεργοποίηση των φώτων έκτακτης ανάγκης, τα γνωστά σε όλους μας «αλάρμ», αποτελεί για πολλούς οδηγούς μια μηχανική κίνηση κάθε φορά που επιχειρούν να σταθμεύσουν προσωρινά σε κάποιο σημείο του δρόμου ή όταν αντιμετωπίζουν κάποιο πρόβλημα. Ωστόσο, η εσφαλμένη αντίληψη ότι τα αλάρμ μας δίνουν το «πράσινο φως» για παράνομη στάθμευση ή προσωρινή στάση όπου μας βολεύει, είναι βαθιά ριζωμένη. Στην πραγματικότητα, ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) είναι ιδιαίτερα σαφής σχετικά με το πότε επιτρέπεται η χρήση τους, καθιστώντας σαφές ότι η κατάχρησή τους δεν αποτελεί μόνο παραβίαση των κανόνων, αλλά και μια επικίνδυνη πρακτική που αποσπά την προσοχή των υπολοίπων. Σύμφωνα με τον ΚΟΚ, τα αλάρμ πρέπει να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά και μόνο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που υποδηλώνουν πραγματικό κίνδυνο.
Η βασική χρήση τους αφορά την προειδοποίηση των υπόλοιπων οδηγών για μια αιφνίδια επιβράδυνση της κυκλοφορίας, για κάποιο τεχνικό πρόβλημα του οχήματος που μας αναγκάζει να ακινητοποιηθούμε στο οδόστρωμα ή για μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης που επιβάλλει την άμεση προσοχή των χρηστών της οδού. Δεν αποτελούν «άδεια» για παράνομη κατάληψη του οδοστρώματος, ούτε δικαιολογούν τη στάση σε σημεία όπου απαγορεύεται ρητά η στάθμευση, όπως σε διαβάσεις πεζών ή πάνω σε πεζοδρόμια. Οι οδηγοί που επιλέγουν να ανάβουν τα αλάρμ για να σταματήσουν «για ένα λεπτό» προκειμένου να κάνουν κάποια δουλειά ή να αφήσουν έναν επιβάτη, βρίσκονται εκτός νόμου. Σε περίπτωση που κάποιος εντοπιστεί από τα όργανα της Τροχαίας να χρησιμοποιεί τα φώτα έκτακτης ανάγκης για να καλύψει μια παράνομη στάση ή στάθμευση, τότε θεωρείται παραβάτης.
Το πρόστιμο που προβλέπεται για την παράνομη χρήση των φωτεινών σημάτων εντάσσεται στις διοικητικές κυρώσεις για τη μη τήρηση των κανόνων κυκλοφορίας, ενώ σε πολλές περιπτώσεις συνοδεύεται και από πρόστιμο για την παράνομη στάση ή στάθμευση, επιβαρύνοντας σημαντικά τον παραβάτη. Είναι κρίσιμο να κατανοήσουμε ότι τα αλάρμ αποτελούν ένα εργαλείο επικοινωνίας στον δρόμο, το οποίο έχει ως κύριο στόχο την πρόληψη ατυχημάτων. Όταν τα χρησιμοποιούμε άσκοπα, χάνουν την αξία τους ως προειδοποιητικό μήνυμα, με αποτέλεσμα οι οδηγοί που ακολουθούν να μην μπορούν να αντιληφθούν έγκαιρα έναν πραγματικό κίνδυνο. Η οδική παιδεία επιβάλλει τη σωστή χρήση των φωτεινών σημάτων, συμβάλλοντας έτσι στη μείωση των τροχαίων ατυχημάτων και στην καλύτερη ροή της κυκλοφορίας στους δρόμους των πόλεων, όπου η συνύπαρξη οχημάτων και πεζών απαιτεί αυξημένη προσοχή και απόλυτο σεβασμό στον ΚΟΚ.
