
Τα τελευταία δεδομένα από την Eurostat τοποθετούν την Ελλάδα στη δυσμενέστερη θέση μεταξύ των χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όσον αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Ενώ η χώρα μας βρίσκεται στην ουρά της οικονομικής ανάπτυξης, με τους πολίτες να βιώνουν πρωτόγνωρες δυσκολίες στην καθημερινότητά τους, οι κυβερνητικές αντιδράσεις εστιάζουν σε λύσεις που μοιάζουν περισσότερο με εκπαραθέματα παρά με ουσιαστικές πολιτικές. Η προώθηση ψηφιακών πλατφορμών για τη σύγκριση τιμών, αν και φαινομενικά χρήσιμη, υποκρύπτει μια στρατηγική αποφυγής ευθυνών. Αντί να αναζητηθούν και να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά οι ρίζες της ακρίβειας – όπως η αισχροκέρδεια, οι στρεβλώσεις στην αγορά, η φορολόγηση και η ενίσχυση του εισοδήματος – η κυβέρνηση ουσιαστικά επαναφέρει την ευθύνη της επιβίωσης αποκλειστικά στους ώμους των καταναλωτών. Αυτοί καλούνται πλέον να γίνουν «εξυπνότεροι» αγοραστές, χαμένοι στην προσπάθεια να βρουν την καλύτερη τιμή, ενώ οι μισθοί τους αδυνατούν να καλύψουν τις αυξανόμενες ανάγκες.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση, η οποία χαρακτηρίζεται από πολλούς ως «επιφανειακή» και «αντιπαραγωγική», εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με την ικανότητα της εκτελεστικής εξουσίας να χαράξει μια ολιστική και βιώσιμη στρατηγική για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που πλήττει την πλειοψηφία του πληθυσμού. Αντί να εφαρμόζονται μέτρα που θα εγγυώνται την προστασία των ευάλωτων νοικοκυριών, την ενίσχυση της παραγωγικής βάσης της χώρας και τη δημιουργία ενός ισχυρού διχτυού κοινωνικής ασφάλειας, η προσοχή αποσπάται σε εργαλεία που, αν και διαφανοτικά, αφήνουν εκτεθειμένους τους πολίτες έναντι των πιέσεων της αγοράς. Η αναζήτηση ενός «posokani», όπως ειπώθηκε, μετατρέπεται σε αέναη προσπάθεια κατανόησης και πλοήγησης σε ένα ασταθές οικονομικό περιβάλλον, χωρίς την ουσιαστική στήριξη που θα έπρεπε να παρέχει το κράτος. Η ανακοίνωση της κυβέρνησης, με την προώθηση ψηφιακών εργαλείων σύγκρισης τιμών, σηματοδοτεί μια νέα φάση στην προσπάθεια διαχείρισης της ακρίβειας, κατά την οποία η ευθύνη αποκλειστικά μετατοπίζεται στον καταναλωτή.
Καθώς η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών σε ό,τι αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, αυτό το μέτρο μοιάζει με μια αδύναμη απάντηση σε ένα πολύπλοκο πρόβλημα. Η έλλειψη ουσιαστικών κυβερνητικών παρεμβάσεων για τον έλεγχο των τιμών, την πάταξη φαινομένων αισχροκέρδειας και την ουσιαστική ενίσχυση των εισοδημάτων, αφήνει τους πολίτες εντελώς μόνοι στη μάχη για την επιβίωση. Η επιλογή της ψηφιακής «λύσης» μοιάζει περισσότερο με μετακύλιση της ευθύνης και της προσπάθειας, παρά με την ανάληψη δράσης για την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών της ακρίβειας. Η θέση της Ελλάδας στην ουρά της Ευρώπης όσον αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ, όπως καταγράφεται από την Eurostat, είναι μια σαφής υπενθύμιση των διαρθρωτικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η χώρα. Η επιλογή της κυβέρνησης να προσφέρει ψηφιακά εργαλεία για τη σύγκριση τιμών, αντί να εστιάζει σε δραστικές πολιτικές για την αντιμετώπιση της πληθωριστικής πίεσης και την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης, προκαλεί προβληματισμό.
Η επιβάρυνση της ευθύνης στους καταναλωτές, οι οποίοι καλούνται να «ψαχτούν» για να βρουν τις καλύτερες προσφορές, αποσπά την προσοχή από την ανάγκη για ουσιαστικές παρεμβάσεις που θα στοχεύουν στις ρίζες της ακρίβειας. Η αντιμετώπιση των στρεβλώσεων της αγοράς, η στήριξη των παραγωγικών κλάδων και η αναδιανομή του πλούτου είναι κρίσιμες για την έξοδο από αυτήν την οικονομική ασφυξία. Η απάντηση της κυβέρνησης στην οικονομική δυσπραγία, η οποία διαπιστώνεται και από τον χαμηλό δείκτη κατά κεφαλήν ΑΕΠ σύμφωνα με την Eurostat, φαντάζει ανεπαρκής. Η μετατόπιση της ευθύνης στους καταναλωτές μέσω της παροχής ψηφιακών εργαλείων για τη σύγκριση τιμών, αντί της λήψης μέτρων που θα αντιμετώπιζαν τις βαθύτερες αιτίες της ακρίβειας, αφήνει τους πολίτες εκτεθειμένους. Η έλλειψη σοβαρών παρεμβάσεων για τον έλεγχο των τιμών, την πάταξη της αισχροκέρδειας και την ενίσχυση των βασικών εισοδημάτων, καθιστά την καθημερινότητα όλο και πιο δύσκολη.
Η ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος απαιτεί πολιτικές που θα ενισχύουν την αγοραστική δύναμη και θα διασφαλίζουν τη δίκαιη κατανομή των πόρων, αντί για λύσεις που απλώς προτρέπουν τους πολίτες να «ψάξουν» μόνοι τους σε ένα δυσμενές οικονομικό περιβάλλον. Η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή οικονομική πρόκληση, με την Eurostat να τοποθετεί την Ελλάδα στην τελευταία θέση όσον αφορά το κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Σε αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση φαίνεται να επιλέγει μια προσέγγιση που μεταθέτει το βάρος της επιβίωσης στους ίδιους τους καταναλωτές. Η προώθηση ψηφιακών εργαλείων για τη σύγκριση τιμών, ενώ μπορεί να προσφέρει κάποια μικρή βοήθεια, δεν αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της ακρίβειας. Η απουσία ουσιαστικών παρεμβάσεων για τον έλεγχο των τιμών, την αντιμετώπιση της αισχροκέρδειας και την ενίσχυση των εισοδημάτων, αφήνει τους πολίτες να αναζητούν μόνοι τους λύσεις σε ένα διαρκώς επιδεινούμενο οικονομικό περιβάλλον.
Η πραγματική λύση θα έπρεπε να εστιάζει στη δημιουργία ενός ισχυρότερου οικονομικού πλαισίου και στην προστασία των ευάλωτων ομάδων.
