
Διαπιστώνεται μια ξεκάθαρη έλλειψη κατανόησης, ή ακόμα και παντελής άγνοια, για την βαθιά ριζωμένη αντιστασιακή παράδοση που χαρακτηρίζει ιστορικά τις ανατολικές συνοικίες της πρωτεύουσας. Αυτές οι γειτονιές, που έχουν στιγματιστεί από αγώνες και θυσίες για την ελευθερία και τη δημοκρατία, αποτελούν ένα ζωντανό κομμάτι της συλλογικής μνήμης. Είναι λοιπόν εύλογο να αναρωτιέται κανείς πώς η τρέχουσα πολιτική ηγεσία, μαζί με τους στενούς συνεργάτες της, μπορεί να παραγνωρίζει ή να μην αντιλαμβάνεται τη σημασία αυτής της κληρονομιάς. Η απουσία αναγνώρισης τέτοιων ιστορικών και κοινωνικών δεδομένων υποδηλώνει μια δυνητικά προβληματική αποστασιοποίηση από τις πραγματικές κοινωνικές δυναμικές και τις ευαίσθητες πτυχές της πολιτικής ζωής. Εντείνει δε την ανησυχία, και ίσως και μια δόση σκεπτικισμού, η εκτίμηση ότι η ηγεσία του τόπου δεν αναμένει να αντιμετωπίσει σοβαρά αντίποινα ή σημαντική αντίσταση από έναν απλό δήμο της Αττικής.
Υπάρχει η πεποίθηση πως, ιδίως όταν ο δήμαρχος δεν ανήκει στην «παλιά φρουρά» των πολιτικών δυνάμεων –συνεπεία του οποίου, εν προκειμένω, δεν είναι ο ίδιος ο Δούκας–, και σε καμία περίπτωση η πολιτική ατζέντα δεν σκιαγραφείται από επιδραστικότητες του τύπου Σαμαρά, η αντίδραση αυτή θα αντιμετωπιστεί ως διαχειρίσιμο ζήτημα. Αυτή η αίσθηση της «αυτονόητης» υπεροχής και αποστασιοποίησης από τις τοπικές κινητοποιήσεις μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένες εκτιμήσεις και σε μια υποτίμηση της δύναμης της τοπικής αυτοδιοίκησης και της κοινωνικής κινητοποίησης. Η αντίληψη ότι οι θεσμικοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένου του προέδρου και της ομάδας του, αντιμετωπίζουν τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες με τρόπο αποστειρωμένο από την ιστορική τους διάσταση, είναι ιδιαίτερα προβληματική. Η άγνοια της βαθιάς αντιστασιακής παράδοσης των ανατολικών συνοικιών, η οποία έχει διαμορφώσει την ταυτότητα και τις αντιλήψεις χιλιάδων πολιτών, οδηγεί σε μια αποκοπή από την πραγματικότητα.
Η ιστορία αυτών των περιοχών δεν είναι απλώς ένα κεφάλαιο στο βιβλίο της ελληνικής ιστορίας, αλλά μια διαρκής πηγή έμπνευσης και αντίστασης. Η μη κατανόηση της δυναμικής αυτής, εμποδίζει την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής και αμφίδρομης σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ της πολιτικής ηγεσίας και των πολιτών. Επιπλέον, η δήλωση ότι «αποκλείεται να τρομάξουν από έναν δήμο της Αττικής» φανερώνει μια νοοτροπία υπεροψίας και έλλειψης σεβασμού προς τους θεσμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης και τους πολίτες που τους απαρτίζουν. Η πραγματικότητα είναι ότι τέτοιες κινητοποιήσεις, ιδιαίτερα όταν προέρχονται από περιοχές με ισχυρή συλλογική μνήμη και ταξική συνείδηση, μπορούν να αποτελέσουν την αρχή ενός ευρύτερου κοινωνικού ξεσηκωμού, ο οποίος εντέλει ποτέ δεν μπορεί να προβλεφθεί με απόλυτη βεβαιότητα. Η υποτίμηση του ρόλου του δημάρχου, ειδικά όταν δεν είναι πρόσωπο που εντάσσεται στο στενό κομματικό πλαίσιο, και η αδιαφορία για τα πολιτικά ονόματα που θεωρούνται «ισχυρά» (όπως ο κ.
Σαμαράς), ενισχύουν την αίσθηση μιας διαχειριστικής προσέγγισης που παραβλέπει την ουσία και τη δύναμη της λαϊκής βούλησης.
