
Η πολυπόθητη επιστροφή των Ελλήνων επιστημόνων και ερευνητών, που αναζήτησαν ευκαιρίες και καλύτερες συνθήκες στο εξωτερικό κατά τη διάρκεια της πολυετούς οικονομικής κρίσης, μοιάζει να βρίσκεται αντιμέτωπη με απρόβλεπτες και δυσάρεστες ανατροπές. Παρά τις εξαγγελίες και τις πολιτικές πρωτοβουλίες που στοχεύουν στην αντιμετώπιση του φαινομένου του “brain drain”, νέες αναφορές υποδεικνύουν πως η ίδια η χώρα, μέσα από εσωτερικές δυσλειτουργίες και αναποτελεσματικές διαδικασίες, φαίνεται να υπονομεύει τα δικά της σχέδια. Η ατμόσφαιρα απογοήτευσης που φαίνεται να επικρατεί, θέτει σοβαρά ερωτήματα για την βιωσιμότητα και την επιτυχία των προγραμμάτων που σχεδιάστηκαν με στόχο την επανένταξη αυτών των πολύτιμων ανθρώπινων πόρων στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, δημιουργώντας ένα τοξικό περιβάλλον για κάθε μελλοντική προσπάθεια. Η προσπάθεια επαναπατρισμού, που θα έπρεπε να αποτελεί εθνική προτεραιότητα, φαίνεται να «ναυαγεί» πριν καν προλάβει να πάρει στέρεες διαστάσεις.
Οι παράγοντες που συμβάλλουν σε αυτό το αρνητικό σενάριο είναι πολυσύνθετοι και αφορούν τόσο γραφειοκρατικές αγκυλώσεις όσο και ελλείψεις σε δομικές πολιτικές που θα καθιστούσαν την Ελλάδα έναν ελκυστικό προορισμό για ταλαντούχους ανθρώπους. Η έλλειψη ουσιαστικών κινήτρων, η αίσθηση ανασφάλειας για το μέλλον, αλλά και οι δυσκολίες στην ενσωμάτωση στην αγορά εργασίας, είναι μόνο μερικά από τα εμπόδια που καλούνται να ξεπεράσουν όσοι επιθυμούν να προσφέρουν τις γνώσεις και την εμπειρία τους στην πατρίδα. Αυτές οι εσωτερικές αντιφάσεις, δημιουργούν ένα αίσθημα απομόνωσης και απογοήτευσης, επιβεβαιώνοντας τις χειρότερες προβλέψεις. Η αποδυνάμωση της χώρας από τη φυγή νέων επιστημόνων έχει μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα, την καινοτομία και την γενικότερη οικονομική και κοινωνική πρόοδο. Η αδυναμία προσέλκυσης και διατήρησης εξειδικευμένου προσωπικού, όπως γιατροί, μηχανικοί, ερευνητές και τεχνολόγοι, στερεί από την Ελλάδα ζωτικό κεφάλαιο και την ωθεί σε μια ατέρμονη αναζήτηση λύσεων σε αγορές εργασίας που δεν είναι πάντα ανταγωνιστικές.
Η συνέχιση αυτής της τάσης, επιδεινώνει το δημογραφικό πρόβλημα και δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο, όπου η έλλειψη ευκαιριών οδηγεί σε περαιτέρω μετανάστευση, ενισχύοντας την άποψη ότι η χώρα, παρά τις προθέσεις, δυσκολεύεται να υλοποιήσει ουσιαστικές αλλαγές. Η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό είναι η μόνη βιώσιμη στρατηγική. Η κατάσταση αυτή απαιτεί άμεση και ουσιαστική αναθεώρηση των υφιστάμενων πολιτικών. Δεν αρκούν οι ευχολόγια ή οι αποσπασματικές παρεμβάσεις. Χρειάζεται μια συνολική στρατηγική που να εστιάζει στη δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για την έρευνα, την καινοτομία και την επιχειρηματικότητα, με παράλληλη ενίσχυση των δομών που υποστηρίζουν την ενσωμάτωση των επαναπατριζόμενων. Η διεθνής πρακτική έχει δείξει ότι η επιτυχία στον επαναπατρισμό απαιτεί όχι μόνο οικονομικά κίνητρα, αλλά και την παροχή ευκαιριών για ακαδημαϊκή και επαγγελματική εξέλιξη, καθώς και την απλοποίηση των διοικητικών διαδικασιών.
Η Ελλάδα, πρέπει να αποδείξει στην πράξη, ότι είναι έτοιμη να υποδεχτεί και να αξιοποιήσει το δυναμικό που της ανήκει, βάζοντας τέλος στο σενάριο του αυτο-σαμποτάζ.
