
Η εθνική οικονομία διατρέχει έναν σοβαρό κίνδυνο, καθώς η αισθητή έλλειψη εργατικού δυναμικού απειλεί να δημιουργήσει μια «μαύρη τρύπα» ύψους έως και 27 δισεκατομμυρίων ευρώ στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν. Αυτή η δραματική πρόβλεψη υπογραμμίζει τις βαθιές πληγές που έχει αφήσει η παρατεταμένη δυσκολία στην κάλυψη κενών θέσεων εργασίας σε πολλαπλούς τομείς της ελληνικής παραγωγής και των υπηρεσιών. Τα στοιχεία είναι αδιάψευστα: το ανεκτέλεστο υπόλοιπο ύψους 18 δισ. ευρώ που διαθέτουν οι μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες για την υλοποίηση δημόσιων έργων αποτελεί έναν από τους πιο χαρακτηριστικούς δείκτες αυτής της δυσπραγίας. Το ποσό αυτό, τεράστιο από μόνο του, καταδεικνύει την αδυναμία των εταιρειών να προχωρήσουν σε έργα υποδομής και ανάπτυξης, όχι λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, αλλά λόγω αδυναμίας εύρεσης εξειδικευμένου και ανειδίκευτου προσωπικού που θα αναλάβει την εκτέλεση των εργασιών.
Αυτή η κατάσταση επηρεάζει δυσμενώς την υλοποίηση σημαντικών επενδυτικών σχεδίων και στρεβλώνει την παραγωγική διαδικασία. Η έλλειψη εργαζομένων δεν περιορίζεται μόνο στον κατασκευαστικό κλάδο, αν και εκεί τα προβλήματα είναι πιο ορατά λόγω του μεγάλου όγκου των έργων. Επηρεάζονται εξίσου κρίσιμοι τομείς όπως ο τουρισμός, όπου εστιατόρια, ξενοδοχεία και τουριστικές επιχειρήσεις δυσκολεύονται να συμπληρώσουν τα απαραίτητα προσωπικά για την υψηλή περίοδο, αλλά και ο τομέας της υγείας, όπου ελλιπείς είναι οι νοσηλευτές, οι τραυματιοφορείς και άλλες κρίσιμες ειδικότητες. Η δυσκολία εύρεσης προσωπικού, ακόμη και για θέσεις που δεν απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις, υποδηλώνει μια ευρύτερη αποστροφή προς την αγορά εργασίας, ή εναλλακτικά, την ύπαρξη ανισορροπιών μεταξύ των προσφερόμενων θέσεων και των προσδοκιών των εργαζομένων, είτε σε επίπεδο μισθών, είτε σε επίπεδο συνθηκών εργασίας.
Αυτή η έλλειψη πηγάζει από ένα σύνθετο μίγμα παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου του δημογραφικού, της μετανάστευσης, αλλά και της έλλειψης σύγχρονων μορφών εκπαίδευσης και κατάρτισης που να ανταποκρίνονται στις νέες ανάγκες της αγοράς. Η ουσιαστική «ελαστικοποίηση» των θέσεων εργασίας, που συχνά αποδίδεται σε πολιτικές ευελιξίας, φαίνεται να έχει αποδειχθεί αμφίβολη στρατηγική μακροπρόθεσμα, εφόσον δεν συνοδεύεται από ποιοτική αναβάθμιση των εργασιακών συνθηκών και επαρκή προσαρμογή στην πραγματική ζήτηση. Η απώλεια εργατικού δυναμικού, είτε λόγω συνταξιοδότησης χωρίς αντίστοιχη εισροή νέων, είτε λόγω αναζήτησης καλύτερων ευκαιριών στο εξωτερικό, έχει δημιουργήσει σοβαρές τρύπες στην αγορά. Αυτή η πραγματικότητα καθιστά επιτακτική, πλέον, την ανάγκη για ένα συνεκτικό και ολιστικό σχέδιο δράσης. Μια τέτοια στρατηγική θα πρέπει να εστιάζει, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης, ώστε να εκπαιδεύονται νέοι άνθρωποι με τις δεξιότητες που ζητούν οι επιχειρήσεις.
Ταυτόχρονα, η επανένταξη των αδρανών εργατικά ατόμων στο παραγωγικό δυναμικό, μέσω στοχευμένων προγραμμάτων κατάρτισης και κινήτρων, φαντάζει αναγκαία, συμβάλλοντας στην άμβλυνση των ελλείψεων και στην ενίσχυση της παραγωγικότητας. Η ενίσχυση της εργοδοτικής πλευράς σε επίπεδο κινήτρων και παροχών, ώστε να γίνει πιο ελκυστική η προσφορά εργασίας, είναι εξίσου σημαντική. Συνέπειες αυτής της εργασιακής αποψίλωση είναι πολύπλευρες και αγγίζουν την ίδια την ανταγωνιστικότητα της χώρας. Η αδυναμία απορρόφησης κεφαλαίων και υλοποίησης έργων, εις βάρος της βιώσιμης ανάπτυξης, είναι μία από τις άμεσες επιπτώσεις. Επιπλέον, η έλλειψη προσωπικού σε κρίσιμους τομείς μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των τιμών, καθώς οι επιχειρήσεις θα αναγκάζονται να προσφέρουν υψηλότερους μισθούς για να προσελκύσουν εργαζομένους, ή να περιορίσουν την παραγωγή τους. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να επιβραδύνει την οικονομική ανάπτυξη και να επηρεάσει αρνητικά το βιοτικό επίπεδο των πολιτών.
Η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα κρίσιμο δίλημμα: είτε θα αντιμετωπίσει δυναμικά και μεθοδικά την πρόκληση της έλλειψης εργατικού δυναμικού, αναπτύσσοντας μακροπρόθεσμες λύσεις, είτε θα συνεχίσει να παρακολουθεί την «μαύρη τρύπα» να μεγαλώνει, υποθηκεύοντας την μελλοντική της ευημερία και τις δυνατότητες ανάπτυξης. Η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο και η αναπροσαρμογή των εργασιακών πολιτικών είναι πλέον επιβεβλημένες.
