
Η Μαρία Καρυστιανού, μητέρα της αδικοχαμένης κόρης της στο τραγικό δυστύχημα των Τεμπών, εκφράζει με απόλυτη σαφήνεια και ωμότητα την πρόθεσή της να εγκαταλείψει την Ελλάδα, εάν το πολιτικό εγχείρημα στο οποίο πρωτοστατεί δεν καταφέρει να εξασφαλίσει την παρουσία του στη Βουλή. Η δήλωσή της αυτή, που έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και προβληματισμό, δεν αποτελεί απλή έκφραση κούρασης, αλλά μια βαθιά ριζωμένη απογοήτευση από την πορεία της δικαιοσύνης στη χώρα. Η Καρυστιανού δηλώνει ρητά ότι πλέον δεν αναμένει καμία δικαίωση από τα ελληνικά δικαστήρια, υποδηλώνοντας μια πλήρη κατάρρευση της εμπιστοσύνης της προς τους θεσμούς που οφείλουν να απονέμουν δικαιοσύνη. Αυτή η στάση της, που αναβλύζει από την προσωπική της τραγωδία, αποτελεί μια σφοδρή κριτική προς το σύστημα. Η διαφθορά, ένα διαχρονικό πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας, αναδεικνύεται από την Καρυστιανού ως ένας από τους κύριους λόγους που οδηγούν στην απόφασή της.
Υπογραμμίζει ότι η κατάσταση έχει φτάσει σε ένα σημείο που δεν είναι πλέον ανεκτή, κάτι που παραπέμπει σε μια συστημική δυσλειτουργία και ηθική κατάπτωση. Η αίσθηση ότι οι δυνάμεις της ανομίας και της παρανομίας ευνοούνται, ενώ οι αγώνες για την αλήθεια συναντούν προσκόμματα, ενισχύει την άποψή της περί άμεσης ανάγκης για ριζικές αλλαγές. Η δική της μάχη, που ξεκίνησε με στόχο την τιμωρία των υπευθύνων για το δυστύχημα των Τεμπών, έχει εξελιχθεί σε ένα ευρύτερο κάλεσμα για κάθαρση και λογοδοσία σε όλα τα επίπεδα. Η απόφαση της Μαρίας Καρυστιανού για αποχώρηση, εάν δεν επιτευχθεί η είσοδος στη Βουλή, αποτελεί ένα ισχυρό μήνυμα προς την πολιτική ηγεσία και την κοινωνία. Δείχνει πως η προσωπική της τραγωδία, αντί να την καταβάλει, την έχει μετατρέψει σε φορέα μιας συλλογικής ανάγκης για αλλαγή.
Η απουσία ελπίδας από την υπάρχουσα δικαστική οδό και η αίσθηση της ανυπόφορης διαφθοράς, τη σπρώχνουν προς μια ακραία, αλλά ίσως αναγκαία, λύση. Η έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, σε συνδυασμό με την απανθρωπιά που βιώνει, την οδηγεί στην σκέψη μιας δεύτερης πατρίδας, αν η πρώτη δεν μπορεί να της προσφέρει δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια. Η στάση της αντανακλά την αγανάκτηση πολλών πολιτών. Πέραν της προσωπικής της οδύνης, η Καρυστιανού εκφράζει μια ευρύτερη αγανάκτηση για την κατάσταση της χώρας. Η επιμονή της στην ανάγκη να εισέλθει στην πολιτική αρένα, με σκοπό να φέρει τις αλλαγές που η ίδια επιθυμεί, υπογραμμίζει την πίστη της στην δύναμη της πολιτικής δράσης, όταν αυτή κατευθύνεται από ανθρώπους που έχουν βιώσει τις πιο σκοτεινές πτυχές της αδικίας.
Η δήλωσή της, «δεν περιμένω τίποτα πλέον από αυτή την δικαιοσύνη», αποτελεί μια κορυφαία στιγμή της κριτικής της, αναδεικνύοντας το χάσμα μεταξύ του δικαίου και της πραγματικότητας. Η διαφθορά, ως ένας καρκίνος που μαστίζει την κοινωνία, παρουσιάζεται ως ο κύριος παράγοντας που καθιστά την παραμονή στη χώρα δυσβάστακτη, ωθώντας την σε μια απόφαση ζωής, την αποδημία, εάν οι προσπάθειές της δεν καρποφορήσουν πολιτικά.
