
Η Κλέλια Ρένεση, μιλώντας στην εκπομπή «Χαμογέλα και Πάλι», έστειλε ένα ηχηρό μήνυμα, σχολιάζοντας τα πολυάριθμα συλλαλητήρια που έχουν πραγματοποιηθεί σε όλη την Ελλάδα, με φόντο τη συμπλήρωση τριών ετών από το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη. Η ηθοποιός, θέλοντας να ξεκαθαρίσει τη θέση της, έσπευσε να δηλώσει ότι δεν εκπροσωπεί σε καμία περίπτωση την ομάδα των συγγενών των θυμάτων. Αντιθέτως, τονίζει ότι απευθύνεται ως απλή πολίτης, η οποία, όπως και πολλοί άλλοι, βιώνει βαθιά την ανάγκη για δικαιοσύνη και την οργή απέναντι στην αδιαφορία που νιώθει να κυριαρχεί. Η Ρένεση δεν δίστασε να παραλληλίσει την κατάσταση με μια κατάσταση απόγνωσης, διερωτώμενη τι άλλο θα μπορούσε να κάνει κανείς, αφήνοντας να εννοηθεί ότι ακόμα και ακραίες πράξεις απελπισίας δεν θα έφερναν τα επιθυμητά αποτελέσματα.
Η έκκλησή της είναι σαφής: να κοιτάξουν οι αρμόδιοι και η κοινωνία ότι ένας ολόκληρος λαός εδώ και τρία χρόνια βρίσκεται στις πλατείες, πενθεί και αιτείται δικαίωση για τα νέα παιδιά που χάθηκαν άδικα. Είναι μια κραυγή αγωνίας και μια υπενθύμιση ότι η σιωπή δεν μπορεί να διαρκέσει επ’ άπειρον. Η επιμονή και η αδιάκοπη προσπάθεια των ανθρώπων που έχασαν τους αγαπημένους τους, καθώς και η αλληλεγγύη που επιδεικνύουν αμέτρητοι πολίτες, συνθέτουν ένα σκηνικό αγώνα που έχει στεγάσει την ελπίδα για κάθαρση και ουσιαστική αλλαγή. Η Κλέλια Ρένεση, επισημαίνοντας ότι δεν είναι μέλος της επιτροπής των συγγενών, τονίζει τον ρόλο της ως απλής πολίτη που βλέπει, ακούει και συμπάσχει. Η αντίδρασή της πηγάζει από την αίσθηση βαθιάς αδικίας και την κοινωνική αδιαφορία που, όπως εκφράζει, έχει «στεγνώσει» τα μάτια όσων ζητούν απαντήσεις.
Οι πλατείες, για τρία συνεχόμενα χρόνια, έχουν γίνει ο τόπος έκφρασης του πένθους, της οργής αλλά και της ελπίδας για ένα καλύτερο αύριο, όπου η ασφάλεια και η ανθρώπινη ζωή θα τίθενται σε πρώτη προτεραιότητα, ανεξάρτητα από πολιτικές ή άλλες σκοπιμότητες. Η Ρένεση θέτει το ερώτημα: πόση ακόμα αδιαφορία αντέχεται; Η ηθοποιός, μέσα από τις δηλώσεις της, αναδεικνύει την ανάγκη για αλλαγή νοοτροπίας και για την άμεση αντιμετώπιση των συστημικών προβλημάτων που οδήγησαν στην τραγωδία. Η έλλειψη αποτελεσμάτων και οι ατέρμονες δικαιολογίες φαίνεται να έχουν εξαντλήσει την υπομονή και την ελπίδα πολλών ανθρώπων. Ο λόγος της Ρένεση δεν είναι απλώς μια προσωπική εκμυστήρευση, αλλά μια αντανάκλαση των συναισθημάτων μιας ευρύτερης μερίδας της κοινωνίας που αισθάνεται παραγκωνισμένη και αόρατη. Τα ερωτήματα που θέτει είναι ενοχλητικά για όσους κατέχουν θέσεις ευθύνης, καθώς αγγίζουν την ουσία της διακυβέρνησης και της υποχρέωσης του κράτους να προστατεύει τους πολίτες του.
Η αναφορά της σε «αυτοπυρπόληση» ως έσχατη λύση, αν και δραματική, υπογραμμίζει την απελπισία που μπορεί να γεννήσει η διαρκής αίσθηση αδικίας και η ανικανοποίητη αναζήτηση δικαίου. Η συντριπτική αυτή αλήθεια, ότι ένας λαός για τρία ολόκληρα χρόνια δεν σταματά να εκφράζει τον πόνο του, ενώπιον μιας πιθανής αδιαφορίας, αποτελεί το κερασίδι στην τούρτα μιας συσσωρευμένης οργής. Η Κλέλια Ρένεση, ως φωνή συμπαράστασης, τονίζει ότι ο αγώνας για δικαιοσύνη και αναγνώριση της απώλειας δεν είναι μια παρένθεση, αλλά μια συνεχής διαδικασία που απαιτεί σεβασμό και ουσιαστικές ενέργειες. Όταν τα λόγια και οι εκκλήσεις πέφτουν στο κενό, τα ερωτήματα γίνονται πιο βίαια και οι αναγωγές πιο ακραίες. Η ηθική επιταγή της κοινωνίας να μην ξεχνά και να απαιτεί την απόδοση ευθυνών, γίνεται όλο και πιο πιεστική.
Η Ρένεση, με την ειλικρίνεια και το πάθος της, καλεί όλους να βάλουν επιτέλους ένα τέλος σε αυτή την ατέρλειωτη θλίψη, δίνοντας την πρέπουσα σημασία στις ζωές που χάθηκαν και στις οικογένειες που θρηνούν. Η φράση «τι άλλο πρέπει να κάνουμε;» που εκτοξεύει η ηθοποιός, αντανακλά την απόγνωση που μπορεί να νιώσει κανείς όταν επαναλαμβανόμενοι αγώνες δεν φέρνουν τα επιθυμητά αποτελέσματα. Η προσπάθεια να διατηρηθεί ζωντανή η μνήμη των θυμάτων και να αποδοθεί δικαιοσύνη, βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, με χιλιάδες πολίτες να συμμετέχουν ενεργά. Η Ρένεση, ως μια απλή πολίτης που βλέπει την πραγματικότητα, ζητά να σταματήσει η απάθεια και να δοθεί έμπρακτη απάντηση στην αγωνία χιλιάδων ανθρώπων. Η σύγκριση με την αυτοπυρπόληση, αν και ακραία, αποτυπώνει την ένταση της ψυχικής οδύνης και την ανάγκη να ακουστούν οι φωνές τους.
Η ελπίδα είναι να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου η δικαιοσύνη θα επικρατήσει και οι πληγές θα αρχίσουν να επουλώνονται, μέσα από την αναγνώριση της αλήθειας και την απόδοση ευθυνών.
