
Ο στιχουργός Νίκος Μωραΐτης εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια και εξαπολύει σφοδρή επίθεση κατά του Αλέξη Τσίπρα, με αφορμή την επιλογή ενός συνθήματος που, κατά την άποψή του, αποτελεί πιστή αντιγραφή αυτού που χρησιμοποιήθηκε και στις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Η κριτική του κ. Μωραΐτη, που δημοσιοποιήθηκε μέσω ανάρτησής του, κατευθύνεται στην αναπαραγωγή ενός πολιτικού μηνύματος που δεν δείχνει σημάδια εξέλιξης ή προσαρμογής στα τρέχοντα δεδομένα. Ο ίδιος τονίζει με εμφατικό τρόπο ότι αυτή η πρακτική δεν είναι απλώς μια τυπική επανάληψη, αλλά ένα ζήτημα που αγγίζει την ουσία της πολιτικής επικοινωνίας και την αξιοπιστία της. Η αίσθηση της «ξεπατικωτούρας» στην επιλογή του συνθήματος προκαλεί προβληματισμό για την απουσία νέων ιδεών και την αδυναμία ανανέωσης της πολιτικής ατζέντας. Συγκεκριμένα, ο κ. Μωραΐτης υπαινίσσεται ότι η γραμμή που παρουσιάζεται δεν έχει υποστεί την απαραίτητη αναθεώρηση ή εμπλουτισμό, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ως κάτι που έχει ήδη ειπωθεί και αξιολογηθεί.
Παραθέτει ως παράδειγμα τη σύγκριση της φετινής διατύπωσης με το σύνθημα του 2023, υπογραμμίζοντας την ομοιότητα και την έλλειψη φρεσκάδας. Το μήνυμα «2023: Ξέρουμε, μπορούμε» παραλληλίζεται με το «2026: Θέλουμε, ξέρουμε, […]», μία σύγκριση που αποσκοπεί στην ανάδειξη της στασιμότητας και της έλλειψης ουσιαστικής προόδου στο πολιτικό αφήγημα. Η κριτική αυτή δεν αφορά απλώς την επιλογή μιας φράσης, αλλά την ευρύτερη στρατηγική επικοινωνίας που βασίζεται στην επανάληψη και όχι στην καινοτομία. Η κριτική του στιχουργού στρέφεται σε όσους ενδεχομένως συνδιαλέγονται με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, καλώντας τους να μεταφέρουν ένα ξεκάθαρο μήνυμα: ότι η κατάσταση δεν είναι αστεία και απαιτεί σοβαρότητα και ουσιαστική ανανέωση. Η επανάληψη ενός συνθήματος χωρίς ανταπόκριση στην πραγματικότητα ή χωρίς νέα προσέγγιση υποδηλώνει έλλειψη στρατηγικού βάθους και, ενδεχομένως, μία αναποτελεσματική επικοινωνιακή στρατηγική.
Η απλή αναπαραγωγή παλιών συνθημάτων, αντί της διαμόρφωσης νέων και προσαρμοσμένων στις σύγχρονες προκλήσεις, μπορεί να θεωρηθεί ως δείγμα ακινησίας και απουσίας επικοινωνιακής τόλμης. Ο κ. Μωραΐτης, μέσα από την παρέμβασή του, εγείρει το ζήτημα της ανάγκης για αυθεντικότητα και πρωτοτυπία στην πολιτική αντιπαράθεση. Η επικοινωνία, ειδικά σε προεκλογικές περιόδους, θα έπρεπε να χαρακτηρίζεται από τη δημιουργία νέων ιδεών και την ικανότητα να αγγίζει τους πολίτες με φρέσκα και ουσιαστικά μηνύματα. Η «ξεπατικωτούρα» ενός συνθήματος, όπως το χαρακτηρίζει, υποδηλώνει μία έλλειψη δημιουργικότητας και την προσκόλληση σε δοκιμασμένες, αλλά πλέον φθαρμένες, εκφράσεις. Αυτή η προσέγγιση, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν συνεισφέρει στην ουσιαστική αντιπαράθεση και στην προσέλκυση νέων ιδεών, θέτοντας σε αμφιβολία την ικανότητα της πολιτικής ηγεσίας να ανανεωθεί και να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της εποχής.
Aυτό έχει δημιουργήσει ένα κλίμα προβληματισμού σχετικά με την κατεύθυνση που ακολουθείται, καθώς η πολιτική ρητορική χρειάζεται ζωντάνια και προσαρμοστικότητα. Η επανάληψη ενός παλιού συνθήματος, ακόμη και με μικρές παραλλαγές, δύσκολα μπορεί να πείσει για μια νέα αφετηρία ή για μια ριζική αλλαγή προσέγγισης. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η πολιτική ηγεσία έχει προχωρήσει σε ουσιαστική επανεξέταση των θέσεών της, ή αν απλώς αναμασά δόγματα που έχουν χάσει την αρχική τους δυναμική. Η κριτική του κ. Μωραΐτη, αν και αφορά ένα συγκεκριμένο σύνθημα, έχει ευρύτερες προεκτάσεις για την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου και την αναγκαιότητα της διαρκούς ανανέωσης των πολιτικών μηνυμάτων, ώστε να απευθύνονται με ειλικρίνεια και αποτελεσματικότητα στο εκλογικό σώμα.
