
Με ιδιαίτερα αιχμηρή διάθεση, ο Ποσειδώνας Γιαννόπουλος σκιαγραφεί την εικόνα της τηλεοπτικής σεζόν που οδεύει προς το τέλος της, παρομοιάζοντάς την με τον εύγλωττο τίτλο «Ραντεβού με την υστερία». Η ανάλυσή του επικεντρώνεται στην αίσθηση κορεσμού που προκαλείται από την επαναλαμβανόμενη παρουσία συγκεκριμένων προσώπων στην οθόνη. Ο κριτικός ψυχαγωγίας εκφράζει ρητά την επιθυμία του να μην παρακολουθήσει την εκπομπή “The Voice” με παρουσιαστή τον Γιώργο Καπουτζίδη, καθώς και να μην δει άλλη φορά τον Γιώργο Λιανό σε παρόμοιους ρόλους. Η δήλωση αυτή αποτυπώνει μια βαθύτερη κριτική για την έλλειψη ανανέωσης και την τάση του τηλεοπτικού τοπίου να βασίζεται σε γνώριμες, «ασφαλείς» επιλογές, οι οποίες ωστόσο, μακροπρόθεσμα, οδηγούν στην αποδυνάμωση του ενδιαφέροντος και στη δημιουργία μιας αίσθησης στασιμότητας. Η κριτική του κ.
Γιαννόπουλου δεν περιορίζεται στην απλή απαρίθμηση ονομάτων, αλλά εστιάζει στην ουσία της τηλεοπτικής παραγωγής που, κατά την άποψή του, χάνει την αίγλη της όταν επαναλαμβάνεται. Θεωρεί ότι η υπερβολική έκθεση των ίδιων προσωπικοτήτων σε διαφορετικά τηλεοπτικά projects, ακόμα και αν πρόκειται για εκπομπές με διαφορετικό ύφος ή περιεχόμενο, οδηγεί σε μια κοινή εντύπωση οικειότητας που με τον καιρό γίνεται πηγή κόπωσης αντί για ψυχαγωγίας. Αυτή η «κούραση» δεν αφορά αποκλειστικά τις συγκεκριμένες προσωπικότητες, αλλά το γενικότερο μοντέλο παραγωγής που, αν και μπορεί να αποφέρει βραχυπρόθεσμα αποτελέσματα, στερείται μακροπρόθεσμης δυναμικής και πρωτοτυπίας, πλήττοντας τελικά την ποιότητα της τηλεοπτικής πρότασης. Ο κ. Γιαννόπουλος, αναφερόμενος στην τηλεοπτική σεζόν, υπογραμμίζει την ανάγκη για φρέσκιες ιδέες και νέα πρόσωπα που θα δώσουν μια νέα πνοή στο πρόγραμμα.
Η επανάληψη των ίδιων και των ίδιων, ακόμα και με άψογη σκηνοθεσία ή καλογραμμένα σενάρια, δεν μπορεί να καλύψει την έλλειψη ουσιαστικής καινοτομίας. Η δήλωσή του για τον Γιώργο Καπουτζίδη και τον Γιώργο Λιανό, αν και συγκεκριμένη, αποτελεί μια ευρύτερη τοποθέτηση απέναντι σε ένα φαινόμενο που διαπερνά μεγάλο μέρος της ελληνικής τηλεόρασης. Η «υστερία» της τηλεοπτικής παραγωγής, όπως την χαρακτηρίζει, φαίνεται να πηγάζει από την αδυναμία του συστήματος να βρει νέες αφηγήσεις και νέους αφηγητές, κάτι που τελικά οδηγεί στην αποξένωση και στην κριτική στάση του τηλεοπτικού κοινού. Η θέση του Ποσειδώνα Γιαννόπουλου είναι σαφής: η οικειότητα που προκαλούν οι σταθεροί παρουσιαστές, ειδικά όταν τους βλέπουμε συνεχώς σε διάφορα σχήματα, μετατρέπεται σε πλήξη. Αυτή η αίσθηση υπερ-έκθεσης, πέρα από την αντικειμενική αξία κάθε εκπομπής, είναι που κουράζει.
Δεν είναι η απουσία ταλέντου ίσως, αλλά η απουσία της έκπληξης και της φρεσκάδας. Ο κριτικός εκφράζει, ουσιαστικά, την επιθυμία του τηλεοπτικού κοινού για κάτι διαφορετικό, για ανατροπές, για προκλήσεις που θα ξυπνήσουν το ενδιαφέρον και θα το κάνουν να νιώθει ξανά ότι παρακολουθεί κάτι πραγματικά καινούργιο και αξιόλογο, αντί για μια παραλλαγή όσων έχει ήδη δει. Η σεζόν, όπως την περιγράφει, μοιάζει να έχει χάσει την ικανότητά της να εκπλήσσει, να συγκινεί και να προκαλεί. Η «κούραση» που αισθάνεται ο κ. Γιαννόπουλος είναι ενδεικτική μιας ευρύτερης τάσης για ανανέωση στον χώρο των media. Η εμμονή στην επανάληψη γνώριμων προτύπων και προσώπων, αν και μπορεί να προσφέρει μια αίσθηση ασφάλειας στους παραγωγούς, τελικά υποσκάπτει την ελκυστικότητα του προϊόντος. Η σύγκριση με τον τίτλο «Ραντεβού με την υστερία» δεν είναι τυχαία, υποδηλώνοντας μια κατάσταση όπου η ένταση και η δραματικότητα της προβολής των ίδιων ανθρώπων σε συνεχείς επαναλήψεις, χάνει την αξία της, μετατρεπόμενη σε κάτι μηχανικό και προβλέψιμο.
Είναι μια έκκληση για μεγαλύτερη τόλμη και δημιουργικότητα, προκειμένου η ελληνική τηλεόραση να παραμείνει ζωντανή και συναρπαστική για το κοινό της.
