
Το εντυπωσιακό 4,9% στο πρωτογενές πλεόνασμα του 2025, ένα ποσοστό που προκαλεί πανηγυρισμούς και υπερηφάνεια εντός κυβερνητικών κύκλων, κρύβει μια πιο σύνθετη και ανησυχητική πραγματικότητα. Ενώ οι αρμόδιοι επιδεικνύουν τη «χρυσή» διαχείριση των δημοσιονομικών, μια προσεκτικότερη ματιά στα δεδομένα αποκαλύπτει ότι η αύξηση αυτή δεν είναι προϊόν μιας υγιούς οικονομικής ανάπτυξης, αλλά αντίθετα, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εκμετάλλευση της αυξημένης φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών. Η πίεση που ασκείται στα νοικοκυριά είναι πλέον αισθητή, με τις συνεχείς αυξήσεις στις τιμές και την στασιμότητα των πραγματικών εισοδημάτων να δημιουργούν ένα κλίμα απόγνωσης. Είναι σαφές ότι τα εντυπωσιακά νούμερα κρύβουν την εξάντληση των αντοχών ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού. Ο ρόλος του πληθωρισμού στην αύξηση των κρατικών εσόδων είναι καταλυτικός, αλλά και διττός.
Από τη μία, οι ονομαστικές τιμές των αγαθών και υπηρεσιών ανεβαίνουν, οδηγώντας σε αυξημένα έσοδα από φόρους επί των συναλλαγών και την κατανάλωση. Από την άλλη, η αύξηση αυτή μειώνει την αγοραστική δύναμη των πολιτών, αφήνοντάς τους με λιγότερα χρήματα διαθέσιμα για αποταμίευση ή επενδύσεις. Η κυβέρνηση, επωφελείται από αυτήν την κατάσταση, εμφανίζοντας υψηλότερα έσοδα, ενώ παράλληλα οι πολίτες καλούνται να αποπληρώσουν ένα σημαντικό μέρος αυτών των εσόδων μέσω των αυξημένων τιμών. Αυτός ο μηχανισμός, ενώ βελτιώνει προσωρινά τους δείκτες, δημιουργεί μακροπρόθεσμα μια φθίνουσα πορεία για την πραγματική οικονομική ευημερία του μέσου πολίτη. Η κατάσταση αυτή θυμίζει όλο και περισσότερο έναν φαύλο κύκλο, όπου η μία αύξηση οδηγεί στην άλλη, χωρίς όμως να υπάρχει ανταποδοτικό όφελος για εκείνους που επωμίζονται το μεγαλύτερο βάρος.
Η «απόγνωση» των νοικοκυριών δεν είναι υπερβολή, αλλά μια ωμή πραγματικότητα που αντανακλάται στην καθημερινότητά τους. Η αισθητή αύξηση του κόστους ζωής, από τα τρόφιμα και την ενέργεια μέχρι τις μετακινήσεις και την στέγαση, έχει εξαντλήσει ακόμη και τα πιο προσεκτικά διαχειριζόμενα budgets. Η αίσθηση ότι τα εισοδήματα δεν επαρκούν πλέον για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα για το μέλλον, δημιουργεί ένα ψυχολογικό κλίμα φόβου και ανασφάλειας. Τα στατιστικά του πρωτογενούς πλεονάσματος, όσο εντυπωσιακά κι αν είναι, μοιάζουν άσχετα με την πίεση που νιώθουν χιλιάδες οικογένειες στην προσπάθειά τους να τα βγάλουν πέρα. Η κυβερνητική αφήγηση περί «δημοσιονομικής πειθαρχίας» συχνά αποπροσανατολίζει από την ουσιαστική ανάγκη για βελτίωση του βιοτικού επιπέδου και ενίσχυση της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας, που θα οδηγούσε σε βιώσιμη ανάπτυξη.
Είναι κρίσιμο να αναγνωριστεί ότι η βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά ή κυρίως σε αυξημένα έσοδα που απορρέουν από την επιδείνωση της αγοραστικής δύναμης των πολιτών. Η τόνωση της εγχώριας παραγωγής, η στήριξη των επιχειρήσεων, η προσέλκυση ποιοτικών επενδύσεων και η δημιουργία καλώς αμειβόμενων θέσεων εργασίας είναι οι πραγματικοί μοχλοί που μπορούν να οδηγήσουν σε μια υγιή και μακροπρόθεσμη ευημερία. Η αναδιανομή του εισοδήματος και η ενίσχυση των κοινωνικών δομών είναι εξίσου σημαντικές για την άμβλυνση των ανισοτήτων και την αντιμετώπιση της φτώχειας. Η προσπάθεια για την επίτευξη υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, χωρίς παράλληλη στήριξη της κοινωνικής συνοχής και της πραγματικής οικονομίας, κινδυνεύει να δημιουργήσει μια παραπλανητική εικόνα προόδου, ενώ στην πραγματικότητα θα επιδεινώσει την κατάσταση για μεγάλο αριθμό συμπολιτών μας, ενισχύοντας την αίσθηση αδικίας και αποκλεισμού.
