
Όταν μια δημοτική αρχή ολοκληρώνει τη θητεία της, η κοινή λογική και η προσδοκία των πολιτών εστιάζουν στο αποτύπωμα που έχει αφήσει, τα έργα που έχει υλοποιήσει, τις πρωτοβουλίες που έχει αναλάβει. Στην περίπτωση του Δήμου Ρόδου υπό τη διοίκηση της δημοτικής αρχής Κολιάδη, η αποτίμηση δείχνει να οδηγείται σε ένα ιδιαίτερα απογοητευτικό συμπέρασμα. Φαίνεται πως το μεγαλύτερο, αν όχι το μοναδικό, «επι tecnologικό» επίτευγμα αυτής της περιόδου είναι η εδραίωση μιας “κουλτούρας του τίποτα”. Αυτή η αντίληψη δεν είναι απλώς μια στείρα κριτική, αλλά μάλλον η καταγραφή μιας διάχυτης αίσθησης παραίτησης και έλλειψης οράματος που φαίνεται να διακατέχει πλέον ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας. Η αποδοχή του status quo, χωρίς την ελπίδα για κάτι καλύτερο, αποτελεί μια τραγική κληρονομιά.
Είναι επιτακτική ανάγκη, προκειμένου να είμαστε απολύτως δίκαιοι, να αναγνωρίσουμε στην απερχόμενη δημοτική αρχή ένα επίτευγμα, έστω κι αν αυτό είναι δυσάρεστο στην επίδρασή του. Η «κουλτούρα του τίποτα» που φαίνεται να έχει επιβληθεί, έχει ένα απτό αντίκτυπο στην ψυχολογία και τη συμπεριφορά των πολιτών. Η διαμόρφωση μιας γενιάς που «εκπαιδεύεται» για να μην περιμένει, να μην διεκδικεί, να μην ονειρεύεται, αποτελεί την πιο σκοτεινή κληρονομιά. Αυτό μεταφράζεται στην παθητικότητα, στην έλλειψη ενεργού συμμετοχής στα κοινά και, τελικά, στην αδυναμία ανάδειξης νέων ιδεών και πρωτοβουλιών που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε πραγματική πρόοδο. Η Ρόδος, ένα νησί με πλούσια ιστορία και δυναμικό, κινδυνεύει να χάσει την αυθεντική της σπίθα. Η «εκπαίδευση» αυτή στην παραίτηση φαίνεται να βρίσκει πρόσφορο έδαφος σε μια εποχή όπου οι προσδοκίες συχνά διαψεύδονται, και τα εμπόδια μοιάζουν ανυπέρβλητα.
Όταν η καθημερινότητα κυριαρχείται από αισθήματα αδυναμίας και έλλειψης αποτελεσματικών λύσεων, είναι φυσικό οι πολίτες να τείνουν να αποσύρονται, να μειώνουν τις απαιτήσεις τους και να αποδέχονται μια διαρκή κατάσταση στασιμότητας. Αυτή η διαδικασία, αν και μπορεί αρχικά να φαίνεται ως μια μορφή «ηρεμίας» ή «αποδοχής», μακροπρόθεσμα υπονομεύει την ίδια την έννοια της κοινωνικής αυτοδιοίκησης και της δημοκρατικής συμμετοχής. Ένα κοινό που παύει να ονειρεύεται, παύει και να διεκδικεί το αυτονόητο. Παρόλα αυτά, είναι σημαντικό να μην παρασυρθούμε σε μια απόλυτη αρνητική αποτίμηση, χωρίς να αναγνωρίσουμε την πραγματικότητα, όσο δυσάρεστη κι αν είναι. Εάν πρέπει αναγκαστικά να αποδώσουμε ένα «επίτευγμα» στη δημοτική αρχή Κολιάδη, αυτό είναι, δυστυχώς, η αδιαμφισβήτητη επιτυχία της στο να σπείρει και να καλλιεργήσει την παραίτηση. Είναι ένα είδος «έργου» που, ενώ δεν κοσμεί την ιστορία της Ρόδου, αποτελεί αναμφισβήτητα μια χαρακτηριστική συνεισφορά της συγκεκριμένης θητείας, που θα μείνει χαραγμένη στη συλλογική μνήμη ως μια περίοδος όπου οι ελπίδες έδωσαν τη θέση τους στην αδιαφορία.
