
Η έννοια της σταθερότητας κατέχει κεντρική θέση στον δημόσιο διάλογο, προβαλλόμενη συχνά ως ο υπέρτατος στόχος για την ομαλή λειτουργία και την ευημερία μιας κοινωνίας. Συνδέεται αδιαχώριστα με την αίσθηση ασφάλειας, την προβλεψιμότητα των εξελίξεων και την ικανότητα για βιώσιμη ανάπτυξη. Ωστόσο, η τυφλή προσκόλληση σε ένα αφηρημένο ιδεώδες σταθερότητας, όταν αυτό αποσυνδέεται από την ουσιαστική κοινωνική ενσυναίσθηση, παύει να αποτελεί εγγύηση προόδου. Αντιθέτως, κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν επικίνδυνο μηχανισμό συντήρησης υφιστάμενων ανισοτήτων και αδικιών, δημιουργώντας ένα εύθραυστο οικοδόμημα που κρύβει βαθιά ρήγματα. Αυτή η προσέγγιση, αντί να εγγυάται ομαλότητα, μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε συσσωρευμένη δυσαρέσκεια, η οποία αναπόφευκτα θα εκδηλωθεί με απρόβλεπτες και καταστροφικές συνέπειες. Όταν η “σταθερότητα” επιτυγχάνεται μέσω της καταπίεσης ή της αδιαφορίας για τις αγωνίες και τις ανάγκες σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού, δημιουργείται μια ψεύτικη εικόνα ηρεμίας.
Αυτή η κατεστημένη τάξη πραγμάτων, που ευνοεί τους λίγους εις βάρος των πολλών, δεν είναι πραγματική σταθερότητα, αλλά μια εύθραυστη ισορροπία που παραμονεύει στην άκρη του γκρεμού. Η κοινωνική συνοχή δεν χτίζεται πάνω στην απουσία διαμαρτυρίας, αλλά στην ικανότητα μιας κοινωνίας να ακούει, να κατανοεί και να ανταποκρίνεται στις δίκαιες απαιτήσεις και στις υπαρξιακές ανησυχίες όλων των μελών της. Η επιβολή της τάξης χωρίς δικαιοσύνη, είναι καταδικασμένη να αποτύχει και να δημιουργήσει συνθήκες που μοιάζουν με την απόλυτη αναρχία. Η πραγματική πρόοδος και η ουσιαστική ειρήνη δεν μπορούν να οικοδομηθούν επί της αδικίας και του αποκλεισμού. Όταν η σταθερότητα γίνεται αυτοσκοπός, παραβλέποντας την ανάγκη για διασφάλιση ίσων ευκαιριών, προστασία των ευάλωτων ομάδων και αντιμετώπιση των βαθύτερων κοινωνικών προβλημάτων, τότε η ίδια η έννοια της σταθερότητας διαστρεβλώνεται.
Τα συστήματα που δίνουν προτεραιότητα στην αποφυγή οποιασδήποτε αναστάτωσης, ακόμα και αν αυτή πηγάζει από την ανάγκη για δικαιοσύνη, δημιουργούν ένα είδος “στασιμότητας” που μοιάζει περισσότερο με την παρακμή. Η απουσία κοινωνικής ενσυναίσθησης αλλοτριώνει τις σχέσεις, διαβρώνει την εμπιστοσύνη και σπέρνει τους σπόρους της επόμενης κρίσης, καθιστώντας την «σταθερότητα» ένα εφήμερο και δηλητηριώδες φίλτρο. Στον πυρήνα της, η κοινωνική ενσυναίσθηση είναι η ικανότητα να κατανοούμε και να μοιραζόμαστε τα συναισθήματα των άλλων. Όταν αυτή η ικανότητα απουσιάζει από τις πολιτικές και τις κοινωνικές δομές, η “σταθερότητα” μετατρέπεται σε ένα εργαλείο καταστολής ή αδιαφορίας, αντί για μέσο διασφάλισης ενός δίκαιου και βιώσιμου περιβάλλοντος για όλους. Μια κοινωνία που απορρίπτει την ενσυναίσθηση, κλείνει τα μάτια στη δυστυχία και τη βαθαίνει, δημιουργώντας ένα ηθικό χάσμα που δεν μπορεί να γεφυρωθεί με απλές διακηρύξεις περί ομαλότητας.
Η αληθινή σταθερότητα πηγάζει από τον αμοιβαίο σεβασμό, την κατανόηση των αναγκών του συνόλου και την ενεργή δράση για την αντιμετώπιση των εμποδίων που παρεμποδίζουν την πρόοδο και την ευημερία. Χωρίς αυτήν, αυτό που μοιάζει με τάξη, είναι απλώς η σιωπή πριν την καταιγίδα. Η εμμονή σε μια άνευ όρων “σταθερότητα”, η οποία αγνοεί την ανάγκη για ουσιαστική κοινωνική αλληλεγγύη, κινδυνεύει να μετατρέψει μια δυνάμει υγιή κοινωνία σε ένα δυσλειτουργικό σύνολο. Η ανισότητα, η αδικία και οι κοινωνικοί αποκλεισμοί, όταν συστηματικά παραμένουν αναπάντητοι, δημιουργούν ένα πρόσφορο έδαφος για αναταραχές και αλλοίωση της κοινωνικής συνοχής. Η “σταθερότητα” που επιβάλλεται χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες και οι φωνές των πιο αδύναμων, είναι στην ουσία της μια μορφή αναρχίας – η αναρχία της αδικίας, η αναρχία της αδιαφορίας.
Η πραγματική αρμονία και η βιώσιμη ευημερία απαιτούν την ενεργό καλλιέργεια της ενσυναίσθησης, την αναγνώριση της κοινής μας ευαλωτότητας και την δέσμευση για ένα μέλλον όπου κανείς δεν θα μένει πίσω, διασφαλίζοντας έτσι μια πραγματική και αδιάσπαστη σταθερότητα.
