
Ο υφυπουργός Υγείας, Μάριος Θεμιστοκλέους, προέβη σε έντονη καταδίκη των βίαιων επεισοδίων που συνέβησαν στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, με αφορμή την επίσκεψη του συναδέλφου του, υπουργού Υγείας. Χαρακτήρισε τα γεγονότα, όπως αυτά αποτυπώθηκαν σε οπτικοακουστικό υλικό, ως «εικόνα ωμής και οργανωμένης βίας», μία κατάσταση η οποία, όπως τόνισε, είναι απαράδεκτη και ανήκουστη σε ένα δημόσιο χώρο υγείας. Ο κ. Θεμιστοκλέους δεν δίστασε να ονομάσει τα πράγματα με το όνομά τους, δηλώνοντας με σαφήνεια πως «αυτό είναι φασισμός», αποδίδοντας την ευθύνη σε συγκεκριμένες ομάδες οι οποίες, κατά την άποψή του, υιοθετούν παρόμοιες τακτικές. Η δήλωσή του αποτελεί ένα σαφές μήνυμα ότι η πολιτεία δεν πρόκειται να ανεχθεί τέτοιες συμπεριφορές. Στη συνέχεια, ο υφυπουργός Υγείας ανέλυσε τους λόγους πίσω από αυτή την ακραία συμπεριφορά, εστιάζοντας στην στρατηγική επιλογή οργανωμένων μειοψηφιών να μετατρέπουν χώρους νοσηλείας σε πεδία ωμής βίας και συγκρούσεων.
Εξήγησε ότι η επιλογή ενός νοσοκομείου ως στόχου δεν είναι τυχαία, καθώς στοχεύει στην πρόκληση αναστάτωσης, παρεμπόδιση της εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος υγείας και, κυρίως, στην πρόκληση φόβου και ανασφάλειας τόσο στο υγειονομικό προσωπικό όσο και στους ασθενείς που βρίσκονται εκεί για να λάβουν τη φροντίδα που χρειάζονται. Η τακτική αυτή, όπως την παρουσίασε, αποσκοπεί στην δημιουργία αρνητικού κλίματος και στην υπονόμευση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, χρησιμοποιώντας πάντα βίαιες και αντισυμβατικές μεθόδους. Themistoκλέους κατέστησε σαφές ότι η προσπάθεια μετατροπής των νοσοκομείων σε πεδία αντιπαραθέσεων δεν είναι απλά μια πράξη αντικοινωνικής συμπεριφοράς, αλλά μία συνειδητή επιλογή οργανωμένων ομάδων που επιδιώκουν την προώθηση ατζέντας μέσω της βίας. Η καταγγελία του υφυπουργού επικεντρώνεται στην «θλιβερή τακτική» αυτών των μειοψηφικών ομάδων, οι οποίες, αντί να διακονήσουν τον δημόσιο διάλογο με εποικοδομητικό τρόπο, επιλέγουν τον δρόμο της αναταραχής και της ανασφάλειας.
Το μήνυμά του ήταν ξεκάθαρο: η βία και ο τραμπουκισμός δεν έχουν θέση σε έναν χώρο περίθαλψης, όπου προέχει η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ασφάλεια και η θεραπεία. Η καταδίκη των επεισοδίων από τον κ. Θεμιστοκλέους σηματοδοτεί την ενεργοποίηση των μηχανισμών προστασίας του συστήματος υγείας. Ο υφυπουργός Υγείας, κάνοντας λόγο για «φασισμό» στην περιγραφή των συμβάντων, υπογράμμισε την ανάγκη να αντιμετωπιστούν αυτές οι συμπεριφορές χωρίς περιστροφές. Εξήγησε ότι ο φασισμός, ως ιδεολογία και πρακτική, χαρακτηρίζεται από την βία, την περιφρόνηση των δημοκρατικών αρχών και την αδυναμία αποδοχής διαφορετικών απόψεων, στοιχεία τα οποία, κατά την αναφορά του, διέπουν τις πράξεις των εμπλεκομένων στα επεισόδια. Η χρήση της λέξης «φασισμός» δεν ήταν τυχαία, αλλά αποτελεί μία συνειδητή επιλογή για να αποδοθεί η σοβαρότητα του φαινομένου και η επικινδυνότητά του για την κοινωνική συνοχή και την ομαλή λειτουργία των θεσμών, ιδιαίτερα όταν αυτά εκδηλώνονται σε υγειονομικά ιδρύματα που είναι κρίσιμοι πυλώνες της δημόσιας υγείας και της αλληλεγγύης.
Η κατηγορηματική του διατύπωση είναι προάγγελος αυστηρότερων μέτρων. Επιπλέον, ο κ. Θεμιστοκλέους επεσήμανε πως είναι επιτακτική ανάγκη η προστασία του υγειονομικού προσωπικού, το οποίο υφίσταται καθημερινά την πίεση και την ανασφάλεια που προκαλείται από τέτοιες ακραίες συμπεριφορές. Οι εργαζόμενοι στα νοσοκομεία, από τους γιατρούς και τους νοσηλευτές μέχρι το διοικητικό προσωπικό, βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της φροντίδας και η δράση τους δεν πρέπει να παρεμποδίζεται από βίαιες παρεμβάσεις. Η απόδοση ευθυνών και η επιβολή των προβλεπόμενων κυρώσεων σε όσους παραβαίνουν τον νόμο και προκαλούν φθορές ή απειλούν την ασφάλεια, είναι θεμελιώδεις για την αποκατάσταση της τάξης και τη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των νοσοκομείων. Η ασφάλεια των νοσοκομειακών χώρων είναι αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα για την κυβέρνηση. Η στάση του υφυπουργού Υγείας σηματοδοτεί μία σαφή και αταλάντευτη θέση απέναντι σε κάθε μορφή βίας που εκδηλώνεται σε δημόσιους χώρους, εστιάζοντας ιδιαίτερα σε εκείνους που αφορούν χώρους υγείας.
Η αναδιατύπωση και η ενίσχυση των μέτρων ασφαλείας στα νοσοκομεία, καθώς και η άμεση και αποτελεσματική ανταπόκριση σε περιστατικά βίας, αποτελούν πλέον ζητήματα υψίστης σημασίας. Η καταγγελία των οργανωμένων μειοψηφιών που χρησιμοποιούν βία για να επιτύχουν τους σκοπούς τους, δείχνει την πρόθεση της πολιτείας να αντιμετωπίσει τα φαινόμενα αυτά με αποφασιστικότητα, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα νοσοκομεία θα παραμείνουν χώροι ασφαλείς και προστατευμένοι για όλους.
