
Η 3η Μαρτίου του 1990 σηματοδοτεί μια κομβική στιγμή στην κοινοβουλευτική ιστορία της μεταπολίτευσης, καθώς η σπουδαία ηθοποιός και πολιτικός Άννα Συνοδινού επέλεξε εκείνη την ημέρα να δώσει οριστικό τέλος στην πολιτική της πορεία. Η απόφασή της δεν ήταν απλώς μια τυπική παραίτηση, αλλά μια ηχηρότατη διαμαρτυρία που άφησε βαθύ αποτύπωμα, αναδεικνύοντας την αξία της ηθικής στάσης στην πολιτική ζωή. Η Συνοδινού, ως βουλευτής των Οικολόγων – Εναλλακτικών, βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα εκρηκτικό κλίμα στο Κοινοβούλιο, ένα σκηνικό που έμοιαζε να υπερβαίνει τα όρια του πολιτικού διαλόγου και να καταντά θέατρο παραλόγου. Η αφορμή για την αξιομνημόνευτη αποχώρησή της δόθηκε κατά τη διάρκεια μιας ιδιαίτερα τεταμένης συνεδρίασης. Η συνάδελφός της, βουλευτής των Οικολόγων – Εναλλακτικών, Μαρίνα Δίζη, αποφάσισε να εκφράσει την αντίθεσή της με έναν συμβολικό και άμεσο τρόπο.
Σήκωσε πανό μέσα στην αίθουσα του Κοινοβουλίου, αναγράφοντας ένα καυστικό μήνυμα: «ΦΤΑΝΕΙ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ για το +1, τον Πρόεδρο και το νέφος». Αυτή η χειρονομία, σε συνδυασμό με πληροφορίες για πολίτες που φέρονταν να ρίχνουν λουλούδια από τα θεωρεία, συνέθεσαν μια εικόνα έντονης διαμαρτυρίας και απογοήτευσης για την κατάσταση που επικρατούσε. Το κλίμα ήταν φορτισμένο, με την πολιτική αντιπαράθεση να φτάνει στα όριά της. Μέσα σε αυτόν τον καταιγισμό εντάσεων και συμβολικών πράξεων, η Άννα Συνοδινού πήρε τη δική της, ξεχωριστή απόφαση. Ενώ η συνεδρίαση εξελισσόταν με δραματικούς ρυθμούς, εκείνη επέλεξε να αποχωρήσει, δίνοντας ένα οριστικό τέλος στην πολιτική της ενεργό παρουσία. Η στάση της υπογράμμιζε την αδιαπραγμάτευτη αξιοπρέπειά της και την πεποίθησή της ότι ορισμένες καταστάσεις δεν συμβιβάζονται με την προσωπική της αντίληψη για την πολιτική.
Το «Χαίρετε!» με το οποίο αποχαιρέτησε το βήμα της Βουλής, μπορεί να μην ήταν λόγος, αλλά μια σιωπηλή και πανίσχυρη δήλωση, η οποία όμως έλαμψε με την καθαρότητα και τη δύναμη της αποχώρησης. Ήταν μια πράξη που μιλούσε περισσότερο από κάθε λέξη. Η αποχώρηση της Άννας Συνοδινού δεν ήταν μια απλή παραίτηση, αλλά μια ιστορική στιγμή που αναδεικνύει τη διαφορά μεταξύ κοινοβουλευτικής θητείας και της υπηρέτησης των αρχών. Η συμβολή της ως ηθοποιού στην ελληνική σκηνή ήταν ανεκτίμητη, και η μεταφορά αυτής της ηθικής πυξίδας στην πολιτική της δράση την έκανε να ξεχωρίσει. Η ένταση της συγκεκριμένης συνεδρίασης, που επιβεβαιώθηκε από τις ενέργειες της Μαρίνας Δίζη και την ατμόσφαιρα που περιέβαλλε την αίθουσα, αποτέλεσε την τελευταία σταγόνα. Η Συνοδινού, με την αριστοκρατική της φύση και την ακεραιότητα που την χαρακτήριζε, επέλεξε να μην συνυπάρξει με ό,τι δεν συνέκειτο με τις αξίες της, προτιμώντας την αποχώρηση από την παραμονή σε ένα περιβάλλον που, για εκείνη, είχε χάσει την ουσία του.
Η παρακαταθήκη της παραμένει ένα μάθημα για τις μελλοντικές γενιές πολιτικών.
