
Η φετινή τουριστική περίοδος, αν και χαρακτηρίζεται από εντυπωσιακό αριθμό αφίξεων επισκεπτών, δεν φαίνεται να μεταφράζεται στον αναμενόμενο οικονομικό αντίκτυπο για την ελληνική αγορά. Παρά το γεγονός ότι η χώρα υποδέχεται έναν αυξημένο όγκο τουριστών, η αύξηση αυτή δεν αποτυπώνεται σε αντίστοιχη άνοδο της εγχώριας κατανάλωσης. Αυτό δημιουργεί ένα περίπλοκο σκηνικό για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα διπλό πρόβλημα: τα διαρκώς αυξανόμενα λειτουργικά κόστη και την περιορισμένη ζήτηση από την πλευρά των καταναλωτών. Ιδιαίτερα ο κλάδος της εστίασης βιώνει τις συνέπειες αυτής της δυσαρμονίας, αναζητώντας λύσεις για να διατηρήσει τη βιωσιμότητά του. Η κατάσταση αυτή θέτει επιτακτικά το ερώτημα της αποτελεσματικότητας των υφιστάμενων πολιτικών και της ανάγκης για μια πιο στοχευμένη και ολιστική προσέγγιση. Η υπερβολική εξάρτηση από τον αριθμό των τουριστών, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η αγοραστική τους δύναμη και η τάση τους για κατανάλωση, μπορεί να οδηγεί σε μία πλασματική αίσθηση ανάπτυξης.
Είναι σαφές ότι η απλή αύξηση των επισκεπτών δεν αρκεί, εφόσον αυτή δεν συνοδεύεται από ουσιαστικά οικονομικά οφέλη για τις τοπικές επιχειρήσεις και την κοινωνία. Αντιμέτωπες με αυξημένα κόστη προμήθειας, ενέργειας και μισθοδοσίας, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, κυρίως στον τουριστικό κλάδο και την εστίαση, δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της αγοράς. Η έλλειψη προσαρμοστικότητας των επιχειρηματικών μοντέλων και η αδυναμία μετάδοσης των αυξημένων δαπανών στον τελικό καταναλωτή, λόγω της περιορισμένης ζήτησης, δημιουργούν ασφυκτικές συνθήκες. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να προβληματίσει βαθιά την πολιτεία και να οδηγήσει σε άμεσες παρεμβάσεις που θα στηρίξουν τον επιχειρηματικό κόσμο. Η ανάγκη για μία συνεκτική και μακροπρόθεσμη στρατηγική για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Δεν αρκούν πλέον οι αποσπασματικές παρεμβάσεις και τα ημίμετρα.
Χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο που θα αντιμετωπίζει τις ρίζες του προβλήματος, εστιάζοντας στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, στην παροχή κινήτρων για επενδύσεις, στην ψηφιακή αναβάθμιση και στην προώθηση βιώσιμων μοντέλων ανάπτυξης. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν οι επιχειρήσεις να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους και να συμβάλουν στην πραγματική οικονομική ευημερία της χώρας.
