
Ο Ενιαίος Φόρος Ιδιοκτησίας Ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) για το έτος 2026 έρχεται με νέα δεδομένα, καθώς η συνολική αξία της ακίνητης περιουσίας των Ελλήνων εκτιμάται ότι ανέρχεται σε ένα εντυπωσιακό ποσό, φτάνοντας τα 782 δισεκατομμύρια ευρώ. Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, ο προϋπολογισμός του φόρου αναμένεται να προσεγγίσει τα 2,3 δισεκατομμύρια ευρώ. Εντυπωσιακό, αλλά όχι πρωτόγνωρο, είναι το γεγονός ότι η Αττική, ως το μεγαλύτερο μητροπολιτικό κέντρο της χώρας, αναμένεται να σηκώσει και πάλι το μισό σχεδόν αυτό το βάρος, καθιστώντας την πρωταθλήτρια στις πληρωμές του ΕΝΦΙΑ. Οι αριθμοί αυτοί υπογραμμίζουν τη διαχρονική σημασία της περιφερειακής ανισομετρίας στην κατανομή των φορολογικών βαρών, με την πρωτεύουσα και τα περίχωρά της να επωμίζονται δυσανάλογα μεγάλο μέρος των κρατικών εσόδων από ακίνητη περιουσία. Οι πολίτες σε όλη τη χώρα καλούνται να προσαρμοστούν στις νέες φορολογικές πραγματικότητες που διαμορφώνονται για τα ακίνητά τους.
Η επικείμενη εφαρμογή του ΕΝΦΙΑ για το 2026 επιφυλάσσει σημαντικές αλλαγές όσον αφορά την κατανομή του φόρου, με στόχο, όπως αναφέρεται, την ακόμη μεγαλύτερη προσαρμογή του στις πραγματικές αξίες των ακινήτων. Παράλληλα, θα υπάρξουν κατηγορίες φορολογουμένων που θα δουν τη φορολογική τους επιβάρυνση να μειώνεται, χάρη σε στοχευμένες εκπτώσεις, οι οποίες αθροιστικά εκτιμάται ότι θα φτάσουν τα 385 εκατομμύρια ευρώ. Αυτές οι εκπτώσεις ενδεχομένως να αφορούν ευάλωτες ομάδες, πολύτεκνους, άτομα με αναπηρία ή ιδιοκτήτες ακινήτων σε περιοχές με μειωμένη ζήτηση. Η διαδικασία αυτή, αν και έχει σκοπό την αποφόρτιση συγκεκριμένων κατηγοριών, επηρεάζει το συνολικό ύψος του φόρου που θα πρέπει να εισπραχθεί από τους υπόλοιπους φορολογούμενους, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου οι αξίες παραμένουν υψηλές. Είναι σαφές ότι η στόχευση των φορολογικών ελαφρύνσεων αποτελεί κρίσιμο παράγοντα στη διαμόρφωση της τελικής εικόνας του ΕΝΦΙΑ.
Η ανάλυση των δεδομένων για τον επερχόμενο ΕΝΦΙΑ αποκαλύπτει μια δυναμική αλλαγή στις φορολογητέες αξίες ακινήτων σε διάφορες περιοχές της χώρας. Συγκεκριμένα, παρατηρείται αύξηση των αξιών σε ορισμένες ζώνες, οι οποίες είναι ενδεχομένως πιο ελκυστικές για επενδύσεις ή έχουν επωφεληθεί από αναπτυξιακά έργα. Αυτή η αύξηση οδηγεί αναπόφευκτα σε υψηλότερο φορολογικό συντελεστή για τους ιδιοκτήτες ακινήτων σε αυτές τις περιοχές. Παρόλο που η Αττική παραμένει στην κορυφή όσον αφορά το απόλυτο ποσό του φόρου, η δυναμική των αυξήσεων αξιών σε άλλες περιφέρειες ενδέχεται να αλλάξει την αναλογία στην κατανομή του βάρους τα επόμενα χρόνια. Η τάση αυτή επιβεβαιώνει την ανάγκη για συνεχή παρακολούθηση της αγοράς ακινήτων και προσαρμογή των φορολογικών συντελεστών, ώστε να διασφαλίζεται μια όσο το δυνατόν πιο δίκαιη επιμέριση των βαρών.
Σε αυτό το πλαίσιο, έρχονται στην επιφάνεια τα «μεγάλα ψάρια» του ΕΝΦΙΑ, δηλαδή οι ιδιοκτήτες που θα συνεχίσουν να επωμίζονται τα περισσότερα. Αυτοί είναι κατά κύριο λόγο όσοι διαθέτουν μεγάλο όγκο ακινήτων, υψηλής αξίας ακίνητη περιουσία, ή ιδιοκτησίες σε προνομιακές περιοχές όπου οι φορολογητέες αξίες παραμένουν σταθερά υψηλές. Η Αττική, με την πληθώρα ακινήτων υψηλής αξίας και την πυκνή δόμηση, αποτελεί φυσικό «κήπο» για την άντληση σημαντικών εσόδων από τον ΕΝΦΙΑ. Η εστίαση σε αυτές τις κατηγορίες φορολογουμένων, σε συνδυασμό με τις εκπτώσεις που θα δοθούν σε άλλες, συνθέτουν την περίπλοκη εικόνα του φετινού φόρου, που αναμένεται να διατηρήσει την Αθήνα στο επίκεντρο του φορολογικού ενδιαφέροντος, αλλά και της φορολογικής επιβάρυνσης. Η αναδιανομή του βάρους, αν και επιδιώκεται, δεν λύνει πλήρως τις διαχρονικές ανισότητες.
