
Μια πρόσφατη πανελλαδική κοινωνιολογική έρευνα, που διεξήχθη στην Ελλάδα μεταξύ 8 και 12 Ιουνίου 2026, και στην οποία συμμετείχαν 861 νέοι ηλικίας 17 έως 30 ετών, σκιαγραφεί μια ανησυχητική εικόνα για την κατάσταση της νεολαίας στη χώρα. Τα αποτελέσματα καταδεικνύουν ότι ένας στους τρεις νέους Έλληνες αισθάνεται έντονη απογοήτευση και δυσπιστία απέναντι στους θεσμούς, μια στάση που αντανακλά μια γενικευμένη αίσθηση ανασφάλειας και έλλειψης προοπτικής. Η ψυχική κόπωση αποτελεί ένα διαδεδομένο φαινόμενο, επιδεινώνοντας την ήδη δύσκολη καθημερινότητα πολλών νέων που αντιμετωπίζουν περιορισμένες ευκαιρίες για την επαγγελματική και προσωπική τους ανάπτυξη. Η αίσθηση ότι οι δημόσιοι θεσμοί, από την πολιτική ηγεσία έως τις δομές υποστήριξης, αδυνατούν να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους, τροφοδοτεί αυτή την αυξανόμενη δυσαρέσκεια και αποξένωση. Συγκεκριμένα, η έρευνα εξετάζει την αντίληψη των νέων για την αποτελεσματικότητα και την αξιοπιστία διαφόρων φορέων, με τα ευρήματα να είναι ανησυχητικά.
Η χαμηλή εμπιστοσύνη επεκτείνεται σε μια ευρεία γκάμα ιδρυμάτων, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών κομμάτων, της δικαιοσύνης, ακόμη και των εκπαιδευτικών και υγειονομικών συστημάτων. Αυτό το κλίμα δυσπιστίας υποδηλώνει μια βαθιά ρωγμή στην κοινωνική συνοχή και την αίσθηση του ανήκειν, καθώς οι νέοι αισθάνονται αποκομμένοι από τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή τους. Η απώλεια πίστης στους θεσμούς μπορεί να οδηγήσει σε παθητικότητα, αποχή από τα κοινά ή ακόμη και σε ακραίες συμπεριφορές, θέτοντας σε κίνδυνο τη δημοκρατική λειτουργία και τη μελλοντική ανάπτυξη της χώρας. Η έκθεση υπογραμμίζει την επείγουσα ανάγκη για επαναπροσέγγιση και ανασυγκρότηση της σχέσης μεταξύ των νέων και των θεσμικών δομών. Πέρα από τη δυσπιστία, η έρευνα αναδεικνύει τις αυξημένες ψυχικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η νεολαία.
Το άγχος, η κατάθλιψη και η αίσθηση ανασφάλειας είναι διαδεδομένα, επηρεάζοντας την ποιότητα ζωής και την ικανότητα των νέων να οραματιστούν ένα θετικό μέλλον. Αυτές οι ψυχικές επιβαρύνσεις επιδεινώνονται από την αίσθηση περιορισμένων ευκαιριών, τόσο στην εκπαίδευση όσο και στην αγορά εργασίας, όπου η ανεργία και η αβεβαιότητα παραμένουν σημαντικά ζητήματα. Η απογοήτευση αυτή δεν είναι απλώς μια παροδική διάθεση, αλλά αντανακλά τις βαθύτερες κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες που βιώνουν οι νέοι, δυσκολίες που τους αναγκάζουν να αναθεωρήσουν τις προσδοκίες τους και να αισθάνονται αποδυναμωμένοι απέναντι στις προκλήσεις. Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με επιφανειακές λύσεις. Απαιτείται μια συντονισμένη προσπάθεια από την πολιτεία, την κοινωνία των πολιτών και τους ίδιους τους θεσμούς για την ουσιαστική αντιμετώπιση των αιτιών που οδηγούν σε αυτή την απογοήτευση.
Η ενίσχυση της διαφάνειας, η προώθηση της συμμετοχής των νέων στη λήψη αποφάσεων, η δημιουργία πραγματικών ευκαιριών και η παροχή ουσιαστικής υποστήριξης για την ψυχική τους υγεία είναι ζωτικής σημασίας. Η επένδυση στη νέα γενιά είναι, ουσιαστικά, επένδυση στο μέλλον της Ελλάδας, και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης αποτελεί το θεμέλιο για μια πιο δυναμική και ανθεκτική κοινωνία.
